|
Γκόττφρηντ Μπεν |
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΗΤΕΡΑ
Σὰν μιὰ πληγὴ σὲ κουβαλῶ στὸ μέτωπό μου, ποὺ δὲν κλείνει. Πάντα δὲν μὲ πονᾶ. Δὲν ἔχει ἐκείνη στραγγίξει ὅλη τὴν καρδιά μου ἀκόμα. Μόνο φορὲς χάνω τὸ φῶς μου ξαφνικὰ καὶ νιώθω αἷμα στὸ στόμα.
~ . ~
ΕΝΑ ΠΤΩΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ:
Σκορπάει τὸ φέρετρο στὸ χῶμα καὶ σαπίζει. Αὔριο σκουλήκια καὶ ποντίκια θὰ μὲ τρῶν. Χύνεται ἡ σάρκα. Ἡ αἰώνια γῆ πανηγυρίζει στοὺς σκοτεινοὺς τοὺς πύργους μέσα τῶν μελῶν.
Ἀπ’ τὸ δακρύβρεχτο κλουβί μου λυτρωμένος. Ἀπ’ τὸ σπαθὶ σωσμένος κι ἀπὸ τὸν λιμό. Ὅπως τῶν γλάρων στὰ γλυκὰ νερὰ τὸ γένος γυρνᾶ γιὰ τὸν χειμώνα: ἔτσι κι ἐγὼ γυρνῶ.
~ . ~
Ο ΣΙΛΛΕΡ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ
Εἶμαι ἡ μπόχα. Φέρνω τὸν λοιμό. Ἀπὸ τὰ πέρατα ἔρχομαι τῆς γῆς. Καμμιὰ φορὰ μοῦ τρέχουνε τὰ σάλια, ἔτσι καὶ φτύσω θὰ γρυλλίσουν τ’ ἄστρα κι ἐμπρός μου θὰ σκυλοπνιγοῦν δειλοὶ μεθύστακες τὸ σόι τοῦ Ἄβελ.
Εἶναι ποὺ ἡ μάνα μου θρηνεῖ; Ποὺ ἄσπρισε τοῦ πατέρα ἡ κόμη; Οὐρλιάζω: Ὁ γηραλέος σας ὕπνος! Τὰ βάραθρά σας, στέρφα πιά! Γρήγορα θὰ σᾶς σπείρουν μὲ μιὰ χούφτα χῶμα. Ὅμως τὸ κούτελό μου ἐμένα βράζει.
Νά ’ναι ἡ τοσοδούλα ἡ λοίμωξη ποὺ στὸ αἷμα μου ἔσταξαν τὰ φλέγματα τῆς πόρνης; Ἒ καί; Σιγά! Τοῦ θάνατου ἕνα ξεροκόμματο πάντα θὰ ζέχνει κάπου. Δὲν πᾶν στὸ διάολο ὅλοι!
~ . ~
ΜΠΡΟΣ Σ’ ΕΝΑ ΣΤΑΡΟΧΩΡΑΦΟ
Μπρὸς σ’ ἕνα σταροχώραφο εἶπε κάποιος: ἡ πίστη κι ἡ παραμυθένια ὄψη τῆς κενταύριας εἶναι θέμα καλὸ ζωγραφικὸ γιὰ μιὰ γυναίκα. Μὰ ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν τόνο τὸν βαθὺ τῆς παπαρούνας. Θυμίζει θρόμβους αἵματος, ἔμμηνο ρύση. Θυμίζει ἀρρώστια, ρόχθο, πείνα, ψυχομαχητό – τὸν δρόμο τοῦ ἄντρα δηλαδὴ τὸν σκοτεινό.
~ . ~
ΑΣΜΑΤΑ
Ι
Ὢ νά ’μασταν οἱ προπροπάτορές μας. Μιὰ βλέννα ποὺ ἔθρεψαν οἱ βάλτοι οἱ χλιαροί. Ζωὴ καὶ θάνατος, γονιμοποίηση, γέννα βουβοὶ θὰ ἔρεαν μέσα μας χυμοί.
Ἕνα κυανοβακτήριο ἔστω, ἢ μιὰ βαριὰ ποὺ ὁ ἄνεμος τὴ λάξευσε ἀμμοθίνη. Μιᾶς λιβελλούλας τὸ κορμί, ἑνὸς γλάρου τὸ φτερὸ θά ’τανε ἤδη μιὰ σκληρή, πολὺ μεγάλη ὀδύνη.
ΙΙ
Ἀξιοθρήνητοι κι οἱ σκῶπτες κι οἱ ἐραστές, ὅλα εἶναι ἀπόγνωση, καημός, καὶ ποιός ἐλπίζει. Τὸν κόσμο ἐμεῖς μολύνουμε θεότητες πικρὲς κι ὅμως ἡ σκέψη μας συχνὰ πρὸς τὸν θεὸ γυρίζει.
Ὁ πράος ὅρμος. Τὰ ὄνειρα τὰ μαῦρα τῶν δασῶν. Σὰν χοῦφτες χιόνι ἀνθοῦν βαριὲς οἱ ἀστερισμοί. Ἀπὸ τὰ θάμνα οἱ πάνθηρες ἀθόρυβα πηδοῦν. Ὅλα εἶναι ἀκτή. Κι ἡ θάλασσα καλεῖ. –

[ 21. 5. 2014 ] |
|
|
|