Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 


 Δοκίμια & άρθρα

Ένα είδος παρακατιανό
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ









Δεν πάει πολύς καιρός που αρθρογράφος καλός και ενήμερος του ελληνικού τύπου αράδιαζε κάμποσους λόγους που κατά τη γνώμη του «ακυρώνουν εξαρχής οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιστροφής σε μία, ούτως ή άλλως παρωχημένη, συζήτηση περί "παραλογοτεχνίας"». Και συνέχιζε με επιχειρήματα ικανά, όπως έγραφε, «για να πείσει κανείς και τον πλέον δύσπιστο περί του αντιθέτου».

Τώρα, διαλέξτε, είτε η συζήτηση περί "παραλογοτεχνίας" είναι πλέον αδύνατη και αποκλείεται ποτέ να ξανανοίξει, οπότε εγώ, που τυχαίνει να πιστεύω ότι η παραλογοτεχνία ζει και βασιλεύει κι ότι μάλιστα κοντεύει να καταπιεί συγκόκκαλη τη σοβαρή λογοτεχνία, ματαιοπονώ. Είτε πέρα απ' τους πλέον δύσπιστους υπάρχουν και οι καθ' όλα αμετάπειστοι, με ξεροκέφαλο δείγμα εμένα, οπότε είστε εσείς που χάνετε τα λόγια σας. Σε κάθε περίπτωση, η κουβέντα αναμεταξύ μας δεν φαίνεται να έχει και πολύ μέλλον. Θα συμφωνήσω πάντως ότι η συζήτηση περί παραλογοτεχνίας είναι στις μέρες μας παρωχημένη. Ο Νίτσε θα την έλεγε πιο κομψά "unzeitgemäß", παλιομοδίτικη. Μήπως όμως, όπως πίστευε ο Νίτσε, όλα τα ουσιώδη ερωτήματα είναι εντέλει τέτοια;

Περνώ αμέσως στο θέμα μου. Τρεις είναι οι λόγοι που θα επικαλεστώ, μονολογώντας έστω, για να σας εξηγήσω τι εννοώ όταν μιλάω για το αστυνομικό μυθιστόρημα ως είδος παρακατιανό. Ο πρώτος είναι ό,τι θα ονόμαζα υπερτυποποίηση. Ο αναγνώστης που έχει τριφτεί με κάμποσα Krimis, όπως χαδιάρικα τα λένε οι Γερμανοί, και δεν συγχέει την ανακούφιση που προξενεί ο εθισμός, με την λογοτεχνική τέρψη, μπορεί με ακρίβεια τελείου μηχανικού λεπτολογήματος να προοικονομήσει τα υπόλοιπα. Σ' αντίθεση με τον σοβαρό συγγραφέα που επιδιώκει πάντα να εξατομικεύσει τους ήρωές του, να τους προσδώσει την εντελώς δική τους, απαραγνώριστη φυσιογνωμία, στο μέτρο του αναγκαίου εννοείται, ο αστυνομικός του συνάδελφος πορεύεται ανάστροφα. Κρύβει τις άπειρες αποχρώσεις της πραγματικότητας πίσω από κλισέ. Οι δικοί του χαρακτήρες του είναι σκιές χωρίς ατομικότητα, μορφές-καρμπόν, φιγούρες που ασφυκτιούν ζωσμένες τον κορσέ της ευθύγραμμης δράσης. Τα πάντα εδώ, ο ψυχισμός, το έθος, οι σκέψεις των ηρώων υποτάσσονται στην μονότροπη οικονομία της πλοκής. Εκεί που λες πως νά, ο τάδε ή ο δείνα ήρωας αρχίζει κάπως να συμπεριφέρεται σαν πλάσμα ζωντανό, κι όχι δηλαδή σαν μηχανάκι προγραμματισμένο, έρχεται η ώρα της αλήθειας, η ώρα του κουίζ, και τον ισοπεδώνει. Σ' αυτά τα κείμενα, όλα τείνουν εξ αρχής, αυταπαξιούμενα, προς το προδιαγεγραμμένο τέλος. Να γιατί οι πρωταγωνιστές τους, όλοι αυτοί οι ποικιλώνυμοι ντετέκτιβ και επιθεωρητές, δεν μοιάζουν ποτέ ολόκληροι άνθρωποι, με σάρκα και οστά, αλλά κοινωνικοί μηχανικοί το πολύ, βγαλμένοι απ' τα εγχειρίδια ενός Λομπρόζο ή ενός Κοντ.

Στο σημείο αυτό πρέπει ίσως να σας πώς ότι δεν θεωρώ την τυποποίηση κατ' ανάγκην πράγμα απορριπτέο. Υπάρχει φέρ' ειπείν και ό,τι θα ονόμαζα τυποποίηση της μορφής. Το έμμετρο έπος βασίζεται στον πολυσύλλαβο αφηγηματικό στίχο, το επίγραμμα είναι από τη φύση του κοφτό και ακαριαίο, το διήγημα ολιγοσέλιδος πεζός λόγος, το δράμα διάλογος επί σκηνής κ.ο.κ. Συνήθως αυτή η τυποποίηση είναι ευεργετική, δρα παιδευτικά και εκλαϊκευτικά, συντελεί στη διάδοση, την εξάπλωση ενός έργου. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν η τυποποίηση διεκδικεί το περιεχόμενο, περιστέλλοντας υπέρμετρα την ελευθερία του συγγραφέα, υπαγορεύοντάς του κατ' ουσίαν τι πρέπει να πει. Ο επικός ή τραγικός ποιητής, ο κοινός μυθιστοριογράφος δεν γνωρίζουν στην ουσία περιορισμό στην ανάπτυξη του θέματός τους. Ο αστυνομικός συγγραφέας όμως είναι δεμένος χειροπόδαρα. Πρώτα απ' όλα χρειάζεται έναν εθιστικό γρίφο, ποινικού ενδιαφέροντος συνήθως. Μετά πρέπει να ακολουθήσει στανικώς την αποδεικτική διαδικασία, από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος να περάσει στην υποκειμενική, τον δόλο και τον καταλογισμό. Κάποτε φτάνει ώς την επιμέτρηση και την εκτέλεση της ποινής. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει ποτέ ένα εγχειρίδιο ποινικού δικαίου, όσοι ξέρουν τι σημαίνει στα νομικά η «υπαγωγή» και πόσο ασφυκτικά αυστηροί είναι οι κανόνες της, καταλαβαίνουν τι εννοώ.

Τηρουμένων των αναλογιών, θα συνέκρινα το αστυνομικό μυθιστόρημα με το ιπποτικό μυθιστόρημα του όψιμου Μεσαίωνα και των Νέων Χρόνων. Και εκείνο υπήρξε το δημοφιλέστερο είδος της εποχής του, διαβάστηκε επί αιώνες αφειδώς. Και εκείνο βασίστηκε στην άκρα τυποποίηση της πλοκής και του έθους των πρωταγωνιστών του, ο αναγνώστης γνώριζε πάντα τι θα βρει στις σελίδες του. Και εκείνο υπήρξε λογοτεχνικά ένα αδιέξοδο. Κανένα απ' τα περιώνυμα μπεστσέλλερ της εποχής δεν περισώζεται σήμερα, η κατάρρευση των ιστορικών προϋποθέσεών του –το ηρωικό ευγενικό ιδεώδες, η φεουδαλική κοινωνία– το συμπαρέσυρε στη λήθη. Σήμερα, την ιπποτική λογοτεχνία την γνωρίζουμε μόνο μέσα από την ιδιοφυή αναστροφή της, την δονκιχώτειο παρωδία του Θερβάντες.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την εικόνα του κόσμου που η αστυνομική λογοτεχνία μάς παρουσιάζει, με τον τρόπο που κατανοεί τον εαυτό της και τα πράγματα γύρω της. Ο τρόπος αυτός μου φαίνεται από τη μια μεριά απλουστευτικός έως αφελείας, από την άλλη πολύ επικαιρικός, πάει να πει, περαστικός, πρόσκαιρος. Απ' ευθείας απόγονοι του θετικισμού και του επιστημονισμού του 19ου αιώνα, οι σημερινοί συνεχιστές του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, δεν απαλλάχθηκαν ποτέ στην ουσία απ' τα κουσούρια τους: την πίστη στην εργαλειακότητα του κόσμου, την ανεξέταστη εμμονή στη γραμμική "μέθοδο", τη λατρεία για τα "φαιά κύτταρα" του εγκεφάλου. Είναι αλήθεια: κάποιοι από τους συγγραφείς του καιρού μας προσπάθησαν να απαλλάξουν το αστυνομικό ανάγνωσμα από την κληρονομημένη του σχηματικότητα. Ανοίχτηκαν έτσι στην ιστορία, τη φιλοσοφία, την πολιτική. Το αργότερο από τον Έκο όμως το ξέρουμε: μάταιος κόπος. Άμα αναποδογυρίσεις το τετράγωνο, παίρνεις τετράγωνο πάλι.

Οι υπεραπλουστεύσεις της αστυνομικής αφήγησης φαίνονται νομίζω πολύ καλά στην έννοια του μυστηρίου, την οποία καταχρηστικά μετέρχεται. Ιστορικά, το μυστήριο δεν έχει βέβαια να κάνει με γρίφους και άλλα τέτοια εγκεφαλικά παίγνια. Αντιθέτως, ριζώνει στον υπερβατικό κόσμο των θρησκειών και της λατρείας. Ο απόκρυφος χαρακτήρας του είναι στοιχείο δευτερότερο, προϋπόθεση συνοδός της τέλεσής του. Ό,τι προέχει είναι η μύηση, η βαθμιαία άνοδος προς μια σφαίρα που κείται πέραν, η ένταξη του μυουμένου στην κοινότητα των πιστών που κρατούν τα κλειδιά της, με δυο λόγια η βιωματική μετοχή σ' έναν άλλο, ετερόμορφο κόσμο.

Στα αστυνομικά μυθιστορήματα, του κάκου θα αναζητήσουμε κάτι τέτοιο, η έννοια του μυστηρίου έχει συρρικνωθεί, συνωνυμεί με το αίνιγμα και τη σπαζοκεφαλιά. Κι αυτό, όχι μόνο γιατί στις σελίδες τους δεν βρίσκουμε μυσταγωγούς και μυούμενους. Αλλά και γιατί εντέλει τίποτα σ' αυτές δεν μένει κρυφό, όλα έρχονται αδιάκριτα στο φως. Στα αρχαία μυστήρια, το μέγιστο μάθημα που αποκόμιζε κανείς ήταν ότι η πραγματικότητα είναι πολλαπλή, αβυθομέτρητη και ανεξιχνίαστη. Μόνο με καιρό και με κόπο, για μια φευγαλέα μόλις στιγμή, μπορούμε να εποπτεύσουμε τμήμα της. Ο μύστης ξέρει πάντοτε λίγα και αυτά τα οφείλει στην ένταξή του στο σύνολο, τον όμιλο των μυημένων. Στην αστυνομική λογοτεχνία αντίθετα, η εικόνα της πραγματικότητας που υπόκειται πίσω από την πλοκή, είναι εκείνη της κοινοτοπίας, της ρουτίνας, της επανάληψης. Όλα έρχονται κι επανέρχονται αδιάφορα, φορτικά. Όλα είναι δοσμένα και οικεία. Μόνο το άγριο έγκλημα διαταράσσει την πλήξη. Μόνο ο κίνδυνος και οι γρίφοι του ξυπνούν τις αισθήσεις και τον ναρκωμένο εγκέφαλο. Κι αυτοί για λίγο ωστόσο. Ο ντετέκτιβ αποχωρεί απ' τη σκηνή παριστάνοντας ό,τι ξέρει τα πάντα, ότι εκείνος μάλιστα μόνος του τα έχει φέρει στο φως, χωρίς να λογοδοτεί ή να χρωστάει σε κανέναν.

Ο μύστης απορεί και θαυμάζει, εκστασιάζεται και θεούται, ο ντετέκτιβ κουράζεται και ανιά, στο στόμα του έχει τη γεύση της ξαναμασημένης τροφής. Ο μύστης υμνεί το ελάχιστο ως τμήμα ενός εναρμόνιου όλου, μεθά με τα πάντα, ο ντετέκτιβ περιφρονεί τα πάντα, μόνο η πολλή αδρεναλίνη, το αλκοόλ και οι ουσίες, τα μοιραία θηλυκά ή η κάννη που είναι στραμμένη πάνω του τον συγκινούν. Το βλέμμα του μύστη είναι γεμάτο θαύματα που μένουν ακατονόμαστα, το βλέμμα του ντετέκτιβ είναι ένα νεκροτομείο διάσπαρτο πτώματα και αυτός σκυφτός από πάνω τούς καρφιτσώνει ετικέτες στο πέτο. Για τον μύστη ο κόσμος είναι αυτό που λέει η λέξη, ένα κόσμημα και ένα θαυμαστικό. Για τον ντετέκτιβ, ο κόσμος είναι μια κοινή, πολύ συνηθισμένη υπόθεση, μια κυνική τελεία και παύλα.

Ήθελα να σας πω και δυο λόγια για τα κοινωνικά και πολιτισμικά αίτια που συνετέλεσαν στην ανάρρηση της αστυνομικής λογοτεχνίας στον σημερινό της θρόνο. Η ώρα είναι περασμένη ωστόσο, θα περιοριστώ εξ ανάγκης σε νύξεις. Όσο κανένα άλλο σύγχρονο λογοτεχνικό είδος, το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι παιδί της εκδοτικής βιομηχανίας και της αγοράς. Όσο κανένα άλλο είδος γραφής υπακούει στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Όσο κανένα άλλο είδος είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της μόδας και της μαζικής κατανάλωσης. Άλλωστε, η τυποποίηση των χαρακτήρων του και η υπεραπλουστευμένη κοσμοεικόνα που μεταφέρει, το καθιστούν ιδεώδες από τεχνικής πλευράς για το φασόν της βιβλιοπαραγωγής, και εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη εμπορική του διάδοση. Η διαφήμιση μεριμνά για τα υπόλοιπα.

Αν το σκεφτούμε καλά, το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι μάλιστα το μόνο λογοτεχνικό είδος που είναι πράγματι "παγκόσμιο". Το μόνο είδος δηλαδή που μεταφέρεται ευχερώς από γλώσσα σε γλώσσα ή από το χαρτί στην οθόνη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους δείκτες των πωλήσεων και τον κύκλο εργασιών. Βλέπετε, σε πείσμα του Γκαίτε, η μόνη πράγματι "παγκόσμια" λογοτεχνία των ημερών μας είναι εκείνη που καταναλώνεται παγκοσμίως. Και σε πείσμα του Μπαχτίν, η λογοτεχνία αυτή μιλάει μια γλώσσα όλο και περισσότερο επίπεδη, ομοιόμορφη και μονοφωνική. Τη γλώσσα του αστυνομικού μυθιστορήματος.


  Ομιλία στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, 29. 3. 2011

  Πρώτη δημοσίευση:
   index online, 24. 8. 2011

  Βλ. σχετικά:
   Πρόχειρα εδέσματα


[ 7. 11. 2011 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης