Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Αμετακίνητος μετανάστης
ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ




1.


ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να 'ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μια μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν' ανασύρω απ' τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ' όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.








2.


Σ' αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν' ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα.

Ωστόσο, παρά τη λαμπρή σειρά των προγόνων, παρά την άφθονη, περίπου πληθωριστική χρήση της, η λέξη, η έννοια αυτή της σιωπής, εξακολουθεί ίσαμε σήμερα να μου φέρνει στο νου, συνειρμικά, αυτοματικά, την εικόνα των ταριχευμένων πουλιών του Μανουσάκη.


  Φτερούγες ανοιχτές δίχως πέταγμα
  ανήσυχες κινήσεις δίχως σάλεμα.
  Αγκυλωμένα τα μέλη, ξεραμένα
  τα βλέμματα. Απ' τα μισάνοιχτα
  ράμφη στάζει βαριά η σιωπή.

  Πίσω απ' τη γυάλινη πόρτα
  έχει παγώσει ο χρόνος.


3.


Όμως δεν ήταν μόνο οι διάσημοι συγγραφείς, που μονοπωλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον μου. Πέρα απ' αυτούς, η επαφή μου με τον Μανουσάκη και τα βιβλία του προσέκοπτε και σ' ένα άλλο εμπόδιο, αυτή τη φορά εσωτερικό. Για το δεκαεξάχρονο παιδί που φανταζόταν κιόλας τον εαυτό του συγγραφέα φτασμένο, τα Χανιά, η Κρήτη της δεκαετίας του '80 δεν είχαν να προσφέρουν πολλά. Για την ακρίβεια, δεν είχαν να προσφέρουν τίποτε. Πίσω από τη θερινή φωτισμένη βιτρίνα του τουριστικού θερέτρου, καραδοκούσαν οι μακρόσυρτοι μοναχικοί μήνες του χειμώνα. Αναρωτιόμουνα τι να 'ταν αυτό που μπορούσε να κρατήσει εδώ πέρα έναν ποιητή, σαν τον Μανουσάκη, τι παραστάσεις τον έτρεφαν, με ποιους μπορούσε άραγε να συνομιλεί.


  Επαρχιώτης, που επιμένει ακόμη
  να κατοικεί εν επαρχία


Έτσι αυτοπεριγράφεται ο Μανουσάκης σ' ένα του ποίημα του 1977. Για μένα ωστόσο το πράγμα ήταν τότε φανερό, αν η ποίηση, αν η τέχνη είχε έναν οίκο, έναν τόπο, αυτός δεν ήταν εδώ.


4.


Φυσικά, γνωρίζω τώρα ό,τι τότε αγνοούσα. Κατά βάθος χρέωνα στον Μανουσάκη τους φόβους μου. Η καθήλωση στη στενή επαρχία ήταν για μένα η δεινή απειλή. Κίνητρό μου, ανάγκη μου ζωτική ήταν η φυγή, η αναστροφή με άλλους τόπους και άλλες γλώσσες, η δίψα για τον μεγάλο κόσμο.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε ότι στη ζωή υπάρχουν μόνο δύο τραγωδίες: να δει κανείς τις επιθυμίες του να διαψεύδονται, ή να τις δει να γίνονται πράξη. Ανήκω σ' αυτούς, τους τυχερούς ή άτυχους, πέστε τους όπως θέλετε, που είχαν πράγματι την ευκαιρία να δουν μέρος έστω των πόθων τους να εκπληρώνεται. Στην προσωπική μου βιογεωγραφία, οι άλλοι τόποι και οι άλλες γλώσσες έγιναν απτές, μόνιμες διευθύνσεις. Είχα άρα όλο τον καιρό ν' ανακαλύψω και την αντίστροφη, τη σκοτεινή πλευρά των ονείρων. Παραφράζω εδώ, βεβαίως, Παναγιώτη Κονδύλη.

Πράγματι, η μετάβαση από τον μικρό στον μεγάλο ορίζοντα, για τον φιλοπερίεργο, ισοδυναμεί στην αρχή με την μετάβαση από την ακινησία στην κίνηση. Οι εικόνες, οι παραστάσεις, ο βιωματικός χρόνος επιταχύνεται. Ακόμη και οι λέξεις, τα νοήματα μετατοπίζονται για να περιλάβουν στην επικράτειά τους τα πρωτόγνωρα ερεθίσματα. Για ένα διάστημα, το κυρίαρχο αίσθημα είναι εκείνο της μέθης.

Για ένα διάστημα ωστόσο. Αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή, η εντύπωση αρχίζει και αναστρέφεται. Ο ευρύς ορίζοντας παίρνει να γίνεται χαοτικός και απρόβλεπτος, το αίσθημα της μέθης δίνει τη θέση του σ' αυτό του ιλίγγου. Τότε αναζητάει κανείς και πάλι σημείο προσανατολισμού, σταθερότερο έρεισμα. Κι όταν δεν το βρίσκει διαθέσιμο στο περιβάλλον όπου ζει, το αναζητεί περίπου από ένστικτο στα αποθετήρια της μνήμης. Από μακριά, η περιφρονημένη Εστία φαντάζει εκ νέου ως υπόσχεση οικειότητας, και το φυσικό ορμέμφυτο της φυγής, αρχίζει να δίνει τη θέση του στο αντίθετό του, το εξίσου φυσικό ορμέμφυτο του νόστου. Σ' αυτόν, τον δικό μου, προσωπικό νόστο προς την Ελλάδα και την Κρήτη, ο Μανουσάκης έμελε να αποδειχθεί σημαντικός οδηγός.








5.


Το βιβλίο Όταν το πέλμα μας εταίριαζε με το χώμα, εκδόθηκε στα Χανιά το 2000. Δεν ξέρω αν ο τίτλος μνημονεύει συνειδητά τον Ελύτη και το Άξιον Εστί. Θυμίζω τους σημαδιακούς στίχους:


  Ήρθαν ντυμένοι "φίλοι" αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
  το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
  Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους


"Μυθιστόρημα χωρίς μύθο" το αποκαλεί ο συγγραφέας. Μυθιστόρημα γιατί έχει πράγματι τη μορφή της μακρόπνοης αφήγησης. Χωρίς μύθο, γιατί τη θέση της επινοημένης πλοκής παίρνει εδώ η αυτοβιογράφηση, κάποτε και η ίδια αυτοπροσώπη η επίσημη ιστορία. Αν είχα εδώ την επιλογή, θα το ονόμαζα μυθιστόρημα της παιδικής ηλικίας, και ανενδοίαστα θα το κατέτασσα στα πιο ωραία, τα πιο αξιόλογα έργα του είδους που διαθέτουμε.

Στο Όταν το πέλμα μας εταίριαζε με το χώμα ο Μανουσάκης αφηγείται, με πολλή λεπτομέρεια, την περιπετειώδη ζωή των παιδικών του χρόνων στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, τη μετάβαση της οικογένειάς του από την πόλη των Χανίων στο καταφύγιο του χωριού και της υπαίθρου και, συγχρόνως, τη δική του προσωπική μετάβαση, από την παιδική αθωότητα στη συνειδητή ζωή.

Τον κόσμο αυτόν, τον κόσμο της κρητικής υπαίθρου, προσωπικά είχα την τύχη να τον προλάβω. Παιδί της προσχολικής και της πρώτης σχολικής ηλικίας, με μόνιμη διαμονή τότε στην Αθήνα, έζησα πολλά καλοκαίρια στο νησί, καλοκαίρια που κρατούσαν κάποτε μήνες ολόκληρους. Βεβαίως, η δική μου δεκαετία του '70 απέχει τριάντα ολόκληρα χρόνια από την κατοχική περίοδο που ο Μανουσάκης εξιστορεί. Ωστόσο στην ύπαιθρο η ζωή κυλάει αργά και, ξεθωριασμένος έστω, αχνότερος ασφαλώς, ο κόσμος που περιγράφεται στο Πέλμα, τριάντα χρόνια μετά παρέμενε ακόμη ζωντανός και αναγνωρίσιμος. Με τα μάτια του παιδιού που τον έζησε μπορώ να βεβαιώσω λοιπόν την λεπτή ευαισθησία και ακρίβεια, αλλά και την εκφραστική σιγουριά με την οποία ο Μανουσάκης τον αποδίδει.

Τις εικόνες αυτές της πρώτης πρώτης ζωής, για μεγάλο διάστημα πίστευα ότι τις είχα απολέσει. Ότι τις είχα ενδεχομένως ψυχικά απωθήσει. Το ότι στάθηκε δυνατό να επιστρέψω, να παλιννοστήσω σ' αυτές, το χρωστώ στον Μανουσάκη. Ο δικός μου ανακτημένος χρόνος βρίσκεται κλεισμένος ακέραιος σ' ένα δικό του βιβλίο.


6.


Ο Μανουσάκης έγινε γνωστός προ πάντων ως ποιητής. Μ' αυτή την ιδιότητα τον μνημονεύουν οι γραμματολογίες, οι ανθολόγοι, οι κριτικοί. Το πεζογραφικό έργο του, και σήμερα ακόμη, τείνει να θεωρείται συμπλήρωμα, επέκταση αυτού του αρχικού ποιητικού πυρήνα.

Η γνώμη ετούτη έχει ασφαλώς γερά ερείσματα· εικάζω ότι και ο ίδιος θα τη συμμεριζόταν. Υπάρχει πράγματι ένας ισχυρός ποιητικός πυρήνας σ' αυτό το έργο, τον ανακαλύπτει κανείς συνεχώς. Είναι πρώτα απ' όλα η πυκνή ματιά προς τα πράγματα. Η χρήση του μεταφορικού και του παρομοιαστικού λόγου, αυτός ο υποδόριος λυρισμός που δίνει ζωή και στις πιο διεκπεραιωτικές παραγράφους. Ο Μανουσάκης περιγράφει πολύ, όμως οι περιγραφές του δεν είναι ποτέ ουδέτερες, ένας έντονος υποκειμενισμός, ένας διάχυτος θυμικός λόγος τις εμψυχώνει. Και είναι αυτός ο υποκειμενισμός, αυτός ο θυμικός λόγος που πάνω απ' όλα δείχνουν τον ποιητή.

Παρά ταύτα, κοιτάζοντας το έργο του σήμερα αναδρομικά, συντείνω στη γνώμη ότι τα ωριμότερα λογοτεχνικά του κείμενα δεν θα πρέπει ίσως να τα αναζητούμε στην ποίηση, αλλά στην πεζογραφία. Η ετερογενής κρητική τριλογία που σχηματίζουν πρώτο χρονολογικά το Οδοιπορικό των Σφακιών, και σε ακολουθία τα μυθιστορήματα Όταν το Πέλμα μας εταίριαζε με το χώμα και ο μεταθανάτιος Εθελοντής, τα τρία αυτά είναι νομίζω η πραγματική κορύφωση της προσφοράς του.

Αυτό που κάνει τα πεζά του Μανουσάκη να ξεχωρίζουν και να αίρονται κάποτε πάνω από τα ποιήματά του είναι ότι σ' αυτά ο συγγραφέας τόλμησε να εμπιστευθεί τον λαϊκό λόγο, αυτόν τον διαπροσωπικό δημόσιο λόγο που οι περισσότεροι συγγραφείς του Μεταπολέμου προοδευτικά εγκατέλειψαν.

Εξηγούμαι: ο ποιητής Μανουσάκης δουλεύει κατά κανόνα πάνω σε ένα τεχνοτροπικό ιδίωμα κοινόχρηστο και διαδεδομένο μεν, αλλά μόνο στο εσωτερικό της λογοτεχνικής συντεχνίας. Πρόκειται για τη γλώσσα εκείνη που πατάει στην νεωτερική, τη μετασεφερική ιδίως ποιητική μας παράδοση. Μια γλώσσα ισορροπημένη, σοφά ρυθμισμένη, ακριβή, αλλά συνάμα και εσωστρεφή, κάποτε και απρόσιτη. Οι βαθύτεροι προσωπικοί υπαρξιακοί τόνοι που διαπνέουν τα ποιήματα του Μανουσάκη είναι κι αυτοί γνώρισμα γενικότερο της λογοτεχνίας της εποχής. Και παρότι ο ίδιος είναι από τους καλύτερους γνώστες και χρήστες αυτής της ποιητικής κοινής, δεν θα ήταν άδικο να πούμε ότι η φωνή του, ανάμεσα στις άλλες φωνές της γενιάς του, δεν ακούγεται πάντοτε το ίδιο ευκρινής.


7.


Αλλιώς έχουν τα πράγματα με τα πεζά του. Εδώ ο Μανουσάκης, τόσο με τα θέματα όσο και με τα στοιχεία της κρητικής διαλέκτου που χρησιμοποιεί, κινείται σε χώρο αποκλειστικά δικό του, σ' ένα πεδίο που κανείς άλλος συγγραφέας της γενιάς του δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει. Και κινείται με άνεση και ασφάλεια που εντυπωσιάζει.

Εκεί που πολλοί από τους συγγραφείς μας του Μεταπολέμου είδαν συχνά τις δυνάμεις τους να εξαντλούνται στην προσπάθεια να επινοήσουν, να κατασκευάσουν εξ αρχής μια γλώσσα ολότελα προσωπική και εξατομικευμένη, με αποτέλεσμα συχνά να αποξενώσουν τον εαυτό τους αλλά και την τέχνη τους από το ευρύ ακροατήριο, ο Μανουσάκης, στα πεζογραφήματά του, μοιάζει να παίρνει την αντίθετη κατεύθυνση. Γι' αυτό είπα ότι εμπιστεύθηκε τον λαϊκό λόγο. Με την επιλογή του αυτή πέτυχε δύο πράγματα, από τα πιο δύσκολα που ένας συγγραφέας μπορεί να επιτύχει. Πρώτον, έδωσε στα κείμενά του βιωματική βαρύτητα, αμεσότητα, συγκινησιακή θέρμη, χωρίς να γίνεται εύκολος και συναισθηματικός. Δεύτερον, κατόρθωσε να κερδίσει από τους αναγνώστες του την αναγνώριση ότι ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους δικούς του υφολογικούς ή θεματικούς πειραματισμούς, αλλά ότι αναλογίζεται και σέβεται και τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες.


8.


"Ο ήλιος βυθίστηκε πίσω απ' τα βουνά. Καθίζομε σ' ένα δέτη, ν' αφουγκραστούμε την ησυχία του βραδιού που κατεβαίνει... Πέρα, στο μονοπάτι, μια γυναίκα πάνω σε γάιδαρο γυρίζει στο σπίτι της. Πίσω της ακολουθεί με τα πόδια ένα παιδί. Τα κουδούνια κάποιου κοπαδιού στάζουν τους ήχους των αργά μέσα στη σιωπή. Ένας μακρινός σκύλος γαυγίζει".

"Τραγουδεί μια-μια στροφή και τήνε ξαναλέμε όλοι μαζί. Ο βαρύς δωρικός σκοπός αντιχτυπά στους τέσσερεις τοίχους του μικρού καφενείου. Πνίγεται μέσα στο στενό χώρο και πηδά όξω από την ανοιχτή πόρτα. Ο αέρας που δεν παύει να πιλατεύει τα φύλλα της γέρικης απιδιάς τόνε παίρνει και τόνε σπορπίζει σ' όλο το χωριό".

"Στο εσωτερικό η φθορά είναι πιο μεγάλη: Τοίχοι πεσμένοι, αγριοσυκιές, πέτρες σκόρπιες στο χώμα. Κάπου-κάπου μας ξαφνιάζει το χαρχάλεμα μιας σαύρας, που γλιστρά ανάμεσα στα ξερά χόρτα. Ο αέρας μπαίνει σφυρίζοντας από τα βορινά ανοίγματα.
 Ψηλά, στην κορφή του τείχους και των πύργων, η οδοντωτή σειρά των επάλξεων πριονίζει τον απογεματινό ήλιο"

"Ο δρόμος ακολουθεί τις στρογγυλεμένες πλαγιές των λόφων. Χαραγμένος στην ψαχνερή σάρκα τους παίζει με σύντομους κατήφορους, ησυχάζει για λίγο σε μικρές ισιάδες, κι ύστερα, ξετυλίγεται σ' ατέλειωτες ανηφοριές. Όσο ανεβαίνομε, τόσο φυσά και πιο πολύ. Η σγουρή, χαμηλή βλάστηση των λόφων –θύμοι, αγκίσαροι, σκίνοι, κουμαριές- βασανίζεται από τον αέρα".


Οι περικοπές αυτές είναι όλες παρμένες από το Οδοιπορικό των Σφακιών. Με μία έννοια, το βιβλίο αυτό είναι το σταυρικό σημείο του έργου του Μανουσάκη, το κείμενο όπου όλα τα νήματα της συγγραφικής του ιδιοσυγκρασίας συγκλίνουν για να δεθούν σ' έναν σφικτό και άλυτο κόμπο. Σ' αυτό το βιβλίο θα δούμε ν' απαντά εξ ίσου η αισθαντικότητα του νεωτερικού ποιητή που ξέρει να αναδεικνύει τις αδιόρατες λεπτομέρειες και η αδρότητα του πεζογράφου που συλλαμβάνει τα σύνολα. Και ακόμη, η μετρημένη σοφία της λόγιας γραφής, και η χυμώδης ζωντάνια του λαϊκού ιδιώματος.

Από τα κοιτάσματα της νεωτερικής ποιητικής ευαισθησίας, λ.χ., αναβλύζουν οι εικόνες του κουδουνιού που στάζει του ήχους του, του τραγουδιού που ασφυκτιά στον κλειστό χώρο και χύνεται έξω για να ελευθερωθεί, των επάλξεων που πριονίζουν τον ήλιο, του δρόμου που παίζει με τις κατηφοριές.

Από τον λαϊκό λόγο, πάλι, αυτές οι λέξεις-σήματα που γειώνουν το κείμενο και το ακουμπούν στον χώρο και τον χρόνο: ο δέτης, οι θύμοι κι οι αγκίσαροι, το χαρχάλεμα της σαύρας, ο αέρας που πιλατεύει την απιδιά.

Στα υπόλοιπα βιβλία του Μανουσάκη, η δοσολογία είναι κάθε φορά διαφορετική, αναλόγως είδους και ύφους. Όμως είναι στο Οδοιπορικό, έχω τη γνώμη, που συναντούμε το εκφραστικό του ρεπερτόριο ολόκληρο.







9.


Η διαμονή του Μανουσάκη στην Κρήτη και στα Χανιά υπήρξε ισόβια. Η σχέση του ωστόσο με τον τόπο αυτής της ισόβιας διαμονής του στάθηκε ανέκαθεν σχέση δυναμική, όχι στατική. Δεν θα βρούμε σ' αυτήν ούτε την άκριτη εξιδανίκευση, ούτε την προδιάθεση του αρνητισμού που η αθέλητη καθήλωση σ' έναν τόπο κάποτε γεννά, ούτε καν την αμφίθυμη, σχεδόν νευρωτική ελξαπώθηση που συναντάμε σε άλλους συγγραφείς με βιοπορία παρόμοια. Η σχέση του Μανουσάκη προς την Κρήτη είναι την ίδια στιγμή αγαπητική και κριτική.

Είναι αγαπητικός ο Μανουσάκης όταν γράφει για τη γενέθλια πόλη του:


  Σε τούτη την πόλη γεννήθηκα.
  Φλέβες μου οι δρόμοι της
  κι η ιστορία της αέρας που αναπνέω.
  Κάθε γωνιά της κι ένα φάσμα μνήμης.


Και είναι αγαπητικός και κριτικός συνάμα όταν στον αμέσως επόμενο στίχο προσθέτει:


  Πόλη σε μέτρα ανθρώπινα.
  Εδώ θα μείνω –τ' αποφάσισα– ολοζωής
  κάτω από τα φτερά της θα ονειρεύομαι.


Απόφαση σημαίνει κρίση. Όμως καμιά απόφαση δεν είναι εδραιότερη απ' την απόφαση που επικυρώνει η αγάπη.

Ακόμη και όταν νοσταλγεί ο Μανουσάκης, αναπλέοντάς με τα βιβλία του την ιστορία ενός σχεδόν αιώνα, δείγμα τελευταίο αυτού του έξοχου ανάπλου ο Εθελοντής, ακόμη κι όταν νοσταλγεί λοιπόν, η νοσταλγία του έχει μια επίγευση κριτική. Είναι η νοσταλγία του ανθρώπου που κρίνει το παρόν, τη δική του τωρινή εποχή, και που συγκρίνοντάς το με το παρελθόν, αυτό που έζησε και αυτό που γνώρισε μέσα από τη συλλογική μνήμη, το βρίσκει σε πολλά λειψό, κατώτερο των προσδοκιών και των ονείρων που το έθρεψαν.

Στο ίδιο ποίημα για τα Χανιά που ξεκίνησα να σας διαβάζω, οι έσχατοι στίχοι ακούγονται αλλιώτικοι απ' αυτούς της αρχής, πικροί. Ποιος όμως θα πει ότι είναι η εξιδανικευμένη νοσταλγία του ανθρώπου που φεύγει, που τους κάνει να ακούγονται έτσι, κι όχι το ασκημένο βλέμμα του ανθρώπου που αγάπησε, και που επειδή αγάπησε ξέρει ακριβώς για τι πράγμα μιλάει;

Το ποίημα αυτό του Γιώργη Μανουσάκη για την πόλη του πρωτοδημοσιεύθηκε το 2002, τιτλοφορείται "Αμετακίνητος μετανάστης", και με τους τελευταίους του στίχους θα ήθελα να τελειώσω κι εγώ.


  Όμως ποια Κίρκη τη μεταμορφώνει;
  Τα σπίτια της ένα-ένα την εγκαταλείπουν
  κι οι άνθρωποι αλλάζουν πρόσωπα
  σα να' ταν μάσκες.

          Πίσω απ' τον πάγκο
  δε χτυπά σφυρί ο τσαγκάρης
  στου καφενείου το βάθος δεν ηχεί λαγούτο.
  Κοπάδια οι ξένοι μπαινοβγαίνουνε στα tourist shops.

  Σιγά κι αθόρυβα γλιστρά και φεύγει η πόλη.
  Εκείνοι που την κατοικούσαν
  στρέψαν οριστικά την όψη προς το Μέγα Σκότος.
  Στη θέση της ορθώθηκε μια πόλη
  σκληρή κι αγέλαστη, ύπουλη και φαντασμένη.

  Σε ξένη πόλη σέρνω τώρα τη ζωή μου.





Ομιλία που εκφωνήθηκε στα Χανιά, στις 8.2.2009. Πρώτη δημοσίευση: περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1820, Μάρτιος 2009


Οι φωτογραφίες είναι από Το σκοτεινό μας υπόγειο, παράσταση της Εταιρείας Θεάτρου "Μνήμη" βασισμένη σε κείμενα του Γιώργη Μανουσάκη. Σκηνοθεσία και εικαστική αντίληψη: Μιχάλης Βιρβιδάκης, Θέατρο Κυδωνία, Χανιά 2007


[ 11. 6. 2009 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης