Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ

ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
ΩΣ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ


Η αποκατάσταση της αυθεντίας και της παράδοσης



ΕΔΩ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥ
το ερμηνευτικό πρόβλημα. Γι' αυτόν τον λόγο εξετάσαμε την δυσφήμηση από τους διαφωτιστές της έννοιας της "προκατάληψης". Ό,τι οι θιασώτες της ιδέας της απόλυτης αυτοκατασκευής του Λόγου είδαν ως περιοριστική προκατάληψη, ανήκει ουσιωδώς στην ίδια την ιστορική πραγματικότητα. Αν επιθυμούμε να κρίνουμε ορθά τον πεπερασμένο και ιστορικό χαρακτήρα του ανθρώπινου Είναι, είναι αναγκαίο πρώτα να αποκαταστήσουμε την έννοια της προκατάληψης και να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και προκαταλήψεις νόμιμες. Συνεπώς το κεντρικό ερώτημα για μια αληθινά ιστορική ερμηνευτική, το θεμελιώδες γνωσιοθεωρητικό της ερώτημα, μπορεί αν διατυπωθεί ως εξής: Πού μπορεί να στηριχθεί η νομιμοποίηση των προκαταλήψεων; Τι διαστέλλει τις νόμιμες προκαταλήψεις από τις αναρίθμητες άλλες, των οποίων η υπέρβαση αποτελεί αδιαφιλονίκητο μέλημα του κριτικού λόγου;






Θα προσεγγίσουμε το ερώτημα αυτό εξετάζοντας τη θεωρία περί προκαταλήψεων που ανέπτυξε με κριτική πρόθεση ο Διαφωτισμός και εκθέσαμε παραπάνω, τούτη τη φορά όμως από τη θετική της πλευρά. Σε ό,τι αφορά την διάκριση των προκαταλήψεων σε εκπορευόμενες από την αυθεντία και σε απορρέουσες από την απερισκεψία, είναι κατ' αρχάς προφανές ότι ο επιμερισμός αυτός ερείδεται στο θεμελιώδες αξίωμα του Διαφωτισμού, σύμφωνα με το οποίο η μεθοδική και πειθαρχημένη χρήση του Λόγου είναι ικανή να αποτρέψει κάθε πλάνη. Αυτή ήταν η αντίληψη του Descartes για την μέθοδο. Στο μέτρο που κάνουμε χρήση της λογικής μας, μπορούμε να σφάλουμε μόνον αν οι αποφάσεις μας έχουν ληφθεί με απερισκεψία και υπερβολική σπουδή. Από την άλλη πλευρά, η αυθεντία ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν κάνουμε καν χρήση της λογικής μας ικανότητας. Στη βάση επομένως του επιμερισμού αυτού βρίσκεται μια στεγανή αντίθεση μεταξύ αυθεντίας και Λόγου. Είναι αυτή η αβασάνιστη προτίμηση προς κάθε τι το παλαιό, προς κάθε αυθεντία, που ως εσφαλμένη πρέπει να καταπολεμηθεί. Έτσι ο Διαφωτισμός υπολαμβάνει ως κύριο μεταρρυθμιστικό επίτευγμα του Λούθηρου το ότι "η γενική προκατάληψη που έτεινε να δέχεται αβασάνιστα την κρίση ορισμένων αυθεντιών, ιδίως του πάπα της φιλοσοφίας (ως τέτοιος υπονοείται ο Αριστοτέλης) και εκείνου της Ρώμης, εξασθένησε κατά πολύ"… Με τον τρόπο αυτό, η Μεταρρύθμιση οδηγεί στην άνθηση της ερμηνευτικής, η οποία αναλαμβάνει πλέον να διδάξει την ορθή χρήση του Λόγου στο πεδίο της κατανόησης της παράδοσης. Ούτε η αυθεντία του πάπα ως διδασκάλου ούτε η επίκληση της παράδοσης μπορούν να καταστήσουν περιττό το ερμηνευτικό επιτήδευμα που γνωρίζει να υπερασπίζει το έλλογο νόημα του κειμένου ενάντια σε όλες τις έξωθεν υπαγορεύσεις.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας ερμηνευτικής δεν ταυτίζονται αναγκαία με εκείνες της ριζοσπαστικής κριτικής της θρησκείας, όπως τις συναντήσαμε φερ' ειπείν στον Spinoza. Αντίθετα, η δυνατότητα μιας υπερφυσικής αλήθειας παραμένει όλως διόλου ανοιχτή. Με την έννοια αυτή ο Διαφωτισμός συχνά περιέστειλε, ιδιαίτερα στους κόλπους της εκλαϊκευμένης γερμανικής φιλοσοφίας, τις αξιώσεις του Λόγου και αναγνώρισε την αυθεντία της Βίβλου και της Εκκλησίας. Στον Wach, λόγου χάριν, διαβάζουμε ότι διακρίνει μεν τις δύο κατηγορίες των προκαταλήψεων –αυθεντία και απερισκεψία–, όμως βλέπει σ' αυτές δύο ακραίες καταστάσεις μεταξύ των οποίων οφείλουμε να βρούμε την ορθή μέση οδό, ήτοι μια μεσολάβηση μεταξύ Λόγου και βιβλικής αυθεντίας. Αντίστοιχα, κατανοεί την προκατάληψη λόγω απερισκεψίας ως προκατάληψη υπέρ του νέου, ως αβασάνιστη έφεση που οδηγεί στην επιπόλαιη απόρριψη εδραίων αληθειών μόνο και μόνο επειδή είναι παλαιές και έχουν υπέρ τους την μαρτυρία μιας αυθεντίας. Με τον τρόπο αυτό αντιπαρατίθεται στους 'Αγγλους ελευθερόφρονες (όπως ο Collins και άλλοι) και υπεραμύνεται της ιστορικής πίστεως κατά των επιταγών του Λόγου. Εδώ είναι προφανές ότι η έννοια της προκατάληψης λόγω απερισκεψίας μεθερμηνεύεται προς συντηρητική κατεύθυνση.

Δεν χωρεί πάντως αμφιβολία ότι η πραγματική συνέπεια του Διαφωτισμού υπήρξε άλλη: η καθυποταγή κάθε αυθεντίας στον Λόγο. Από την άλλη πλευρά, η προκατάληψη λόγω απερισκεψίας πρέπει να γίνει αντιληπτή έτσι όπως την έβλεπε ο Descartes, δηλαδή ως πηγή κάθε πλάνης κατά τη χρήση του Λόγου. Σ' αυτό έρχεται να προστεθεί το γεγονός ότι μετά τη νίκη του Διαφωτισμού, όταν η ερμηνευτική απαλλάσσεται από όλα τα δογματικά δεσμά, η παλαιά διάκριση επανακάμπτει με νέα σημασία. Έτσι, διαβάζουμε στον Schleiermacher ότι εκείνος διακρίνει δύο αιτίες που οδηγούν στην παρανόηση: την μεροληψία και την απερισκεψία. Δίπλα στις στιγμιαίες προκαταλήψεις λόγω απερισκεψίας τοποθετεί τις διαρκείς προκαταλήψεις λόγω μεροληψίας. Όμως μόνον οι πρώτες ενδιαφέρουν όσους προσανατολίζονται στην επιστημονική μέθοδο. Ότι ανάμεσα στις προκαταλήψεις, όσες διακατέχουν τον δέσμιο των αυθεντιών, υπάρχουν ενδεχομένως και κάποιες που εμπεριέχουν αλήθειες –πράγμα που περιλαμβανόταν εξ υπαρχής στην έννοια της αυθεντίας– δεν περνάει πλέον από τη σκέψη του Schleiermacher. Η μεταβολή του παραδοσιακού επιμερισμού των προκαταλήψεων στοιχειοθετεί την ολοκλήρωση του Διαφωτισμού. Ως μεροληψία λογίζεται πλέον μόνο ένας ατομικός φραγμός της κατανόησης: "η μονόπλευρη προτίμηση για ό,τι βρίσκεται κοντά σ' έναν ξεχωριστό κύκλο ιδεών."

Στην πραγματικότητα όμως, η έννοια της μεροληψίας υποκρύπτει το κρίσιμο ερώτημα. Ότι οι προκαταλήψεις, που με καθορίζουν, έχουν τις καταβολές τους στη μεροληπτική μου στάση, το διευκρίνισαν εξ αρχής ακόμη και όσοι επεζήτησαν την απαλοιφή και την αποκάλυψή τους, και ισχύει μόνο για τις αδικαιολόγητες προκαταλήψεις. Αν όμως υπάρχουν και προκαταλήψεις δικαιολογημένες και γόνιμες γνωστικά, το πρόβλημα της αυθεντίας ανακύπτει εκ νέου. Με την έννοια αυτή, οι ακραίες συνέπειες του Διαφωτισμού, όσες εμπεριέχονται και στην πίστη του Schleiermacher για την αξία της μεθόδου, δεν ευσταθούν.

Αυτή καθ' εαυτήν, η υποστηριζόμενη από τον Διαφωτισμό αντίθεση ανάμεσα στην πίστη προς την αυθεντία και στην χρήση του ιδίου Λόγου δικαίως προβάλλεται. Όσο το κύρος της αυθεντίας παίρνει τη θέση της ιδίας κρίσεως, η αυθεντία αποτελεί πράγματι πηγή προκαταλήψεων. Όμως το ότι ενδέχεται να είναι και πηγή αλήθειας, δεν μπορεί να αποκλειστεί δι' αυτής της οδού, και τούτο ο Διαφωτισμός το παραγνώρισε, όταν δυσφήμησε αναφανδόν κάθε αυθεντία. Προς επίρρωση αυτής της διαπίστωσης μπορούμε να επικαλεστούμε έναν από τους μεγαλύτερους προπομπούς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τον Descartes. Παρ' όλη τη ριζοσπαστικότητα των αντιλήψεών του περί μεθόδου, ο Descartes ως γνωστόν εξαίρεσε τα ζητήματα της ηθικής από την αξίωση μιας ολοκληρωτικά νέας κατασκευής όλων των αληθειών μέσω του Λόγου. Αυτό ήταν το νόημα της προσωρινής ηθικής του. Είναι κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό ότι στην πραγματικότητα δεν έφερε σε πέρας την οριστική ηθική του και ότι οι βασικές αρχές αυτής της τελευταίας, όσο μπορούμε να κρίνουμε από τις επιστολές του προς την Ελισάβετ, δεν περιέχουν τίποτε σχεδόν καινούργιο. Είναι προφανώς αδιανόητο να περιμένεις πρώτα τη νεώτερη επιστήμη και τις προόδους της προκειμένου να θεμελιώσεις μια νέα ηθική. Πράγματι, στις προκαταλήψεις που παγιώθηκαν από τον Διαφωτισμό δεν καταλέγεται μόνο η δυσφήμηση κάθε αυθεντίας. Ο τελευταίος οδήγησε επίσης στην παραμόρφωση της έννοιας της αυθεντίας. Με βάση το κριτήριο της πεφωτισμένης έννοιας του Λόγου και της ελευθερίας, η έννοια της αυθεντίας σχετίστηκε με τους απόλυτους αντίποδες του Λόγου και της ελευθερίας, την τυφλή υπακοή. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται ο όρος, όπως γνωρίζουμε, στην κριτική των σύγχρονων δικτατοριών.

Όμως κάτι τέτοιο επ' ουδενί έχει να κάνει με την ουσία της αυθεντίας. Ασφαλώς, η αυθεντία αφορά κατ' αρχήν σε πρόσωπα. Η αυθεντία όμως των προσώπων οφείλεται εν τέλει όχι σε μια πράξη καθυπόταξης και καθαίρεσης του Λόγου, αλλά σε μια πράξη αναγνώρισης και γνώσης – της γνώσης ότι ο άλλος υπερέχει σε κρίση και αντίληψη και ότι η κρίση του συνεπώς προβαδίζει, έχει δηλαδή τα πρωτεία έναντι της δικής μου κρίσης. Με αυτό συναρτάται και το ότι η αυθεντία δεν χαρίζεται αλλά κερδίζεται, και αν κάποιος θέλει να την επικαλεστεί οφείλει να την κατακτήσει. Η αυθεντία ερείδεται στην αναγνώριση και, κατά το μέτρο αυτό, σε μια πράξη του ίδιου του Λόγου, που, έχοντας επίγνωση των ορίων του, εμπιστεύεται την αντίληψη των άλλων ως καλύτερη. Μια τέτοια ορθώς κατανοούμενη αυθεντία δεν έχει σε τίποτα να κάνει με την τυφλή υπακοή σε άνωθεν εντολές. Μάλιστα, η αυθεντία δεν έχει καμμία άμεση σχέση με την υπακοή, αλλά με τη γνώση. Ασφαλώς, γνώρισμα της αυθεντίας είναι και το ότι μπορεί να δίνει εντολές και ότι βρίσκει ανταπόκριση διά της υπακοής. Όμως αυτό είναι απλώς και μόνο απόρροια της αυθεντίας που κανείς διαθέτει. Ακόμη και η ανώνυμη και απρόσωπη αυθεντία του προϊσταμένου, που απορρέει από την ιεραρχική τάξη, δεν εκπηγάζει εν τέλει από την τάξη αυτή, αλλά είναι εκείνη που την καθιστά δυνατή. Αληθινό της θεμέλιο είναι και εδώ μια πράξη της ελευθερίας και του Λόγου, που επιδοκιμάζει κατ' αρχήν την αυθεντία του προϊσταμένου, επειδή διαθέτει καλύτερη εποπτεία των πραγμάτων ή είναι βαθύτερα μυημένος σ' αυτά, άρα και εδώ επειδή γνωρίζει καλύτερα.




Έτσι, η αναγνώριση της αυθεντίας συνδέεται πάντα με την ιδέα πως ό,τι λέει η αυθεντία, δεν αποτελεί άλογη αυθαιρεσία, αλλά ότι η βασιμότητά της μπορεί κατ' αρχήν να αποδειχθεί. Εδώ έγκειται η ουσία της αυθεντίας που επικαλείται ο παιδαγωγός, ο προϊστάμενος, ο ειδήμων. Οι προκαταλήψεις, των οποίων είναι οι φορείς, νομιμοποιούνται βέβαια από το πρόσωπο. Το κύρος τους απαιτεί την εκ των προτέρων ευνοϊκή αντιμετώπιση του προσώπου που το εκπροσωπεί. Όμως με αυτόν ακριβώς τον τρόπο μετατρέπονται σε εμπράγματες, σε αντικειμενικές προκαταλήψεις, αφού εκμαιεύουν την ίδια ευνοϊκή αντιμετώπιση και για πράγματα που είναι δυνατόν να επιτευχθούν και με άλλο τρόπο, π.χ. με την επίκληση επιχειρημάτων επικυρωμένων από τον Λόγο. Στο μέτρο αυτό, η ουσία της αυθεντίας αποτελεί ζήτημα που ανήκει στο πλαίσιο μιας θεωρίας των προκαταλήψεων, η οποία πρέπει να απαλλαγεί από τον εξτρεμισμό του Διαφωτισμού.

Εδώ μπορεί κανείς να στηριχθεί στην κριτική που άσκησε ο ρομαντισμός στον Διαφωτισμό. Διότι υπάρχει μια μορφή αυθεντίας, που έτυχε ιδιαίτερης υπεράσπισης από τον ρομαντισμό: η παράδοση. Κάθε τι το εξαγιασμένο από την παράδοση και τις προγονικές καταβολές διαθέτει αυθεντία, η οποία με την πάροδο του χρόνου κατέστη ανώνυμη, ενώ το ιστορικά πεπερασμένο Είναι μας καθορίζεται από το γεγονός ότι εξουσία πάνω στις πράξεις και την συμπεριφορά μας διαθέτει όχι μόνο η αιτιολογημένη γνώση, αλλά και η αυθεντία πάντα της κληρονομιάς που έχουμε αναδεχθεί. Κάθε διαπαιδαγώγηση εδράζεται σ' αυτά τα θεμέλια, αλλά και όταν ακόμη ο "κηδεμόνας" χάνει την αρμοδιότητα του παιδαγωγού, με την ωρίμαση και την ενηλικίωση του "κηδεμονευόμενου", και τη θέση της δικής του αυθεντίας παίρνει η ιδία επίγνωση και απόφαση του τελευταίου, αυτή η είσοδος στην βιοϊστορική ωριμότητα δεν σημαίνει επ' ουδενί ότι ο νυν ενήλικας γίνεται κύριος του εαυτού του, με την έννοια ότι απαλλάσσεται από τις καταβολές και τις παραδόσεις του. Η πραγματικότητα των ηθών, λ.χ., εξαρτάται ανέκαθεν σε μεγάλο βαθμό από το κύρος αυτών των καταβολών και παραδόσεων. Υιοθετούνται ελεύθερα, όμως σε καμία περίπτωση δεν δημιουργούνται επί τη βάσει προσωπικών και ελεύθερων διαπιστώσεων και το κύρος τους δεν θεμελιώνεται ποτέ κατά το δοκούν. Αντίθετα μάλιστα, ό,τι ονομάζουμε παράδοση δεν είναι παρά αυτό το έλλογα αναιτιολόγητο κύρος. Την διόρθωση αυτήν του Διαφωτισμού, όπου πέρα από την ισχύ των θεμελίων του λόγου διατηρεί τα δικαιώματά της και η παράδοση, αφού διέπει σε μεγάλο βαθμό τα έργα και τη συμπεριφορά μας, την οφείλουμε πράγματι στον ρομαντισμό. Μάλιστα, αυτό ακριβώς το σημείο χαρακτηρίζει και την υπεροχή της αρχαίας ηθικής σκέψης πάνω στην ηθική φιλοσοφία των Νέων Χρόνων, το γεγονός δηλαδή ότι θεμελιώνει τη μετάβαση της ηθικής στην πολιτική, την τέχνη του ορθώς νομοθετείν, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στον αναγκαίο και απαράκαμπτο χαρακτήρα της παράδοσης. Σε σύγκριση με αυτήν, ο νεώτερος Διαφωτισμός είναι αφηρημένος και επαναστατικός.

Παρ' όλ' αυτά, η έννοια της παράδοσης δεν είναι εντέλει λιγότερο αμφίσημη από την έννοια της αυθεντίας, και αυτό οφείλεται στον ίδιο ακριβώς λόγο, αφού είναι η αφηρημένη αντίθεση προς τις αξιωματικές παραδοχές του Διαφωτισμού που καθορίζει την κατανόηση του ρομαντισμού για την παράδοση. Ο τελευταίος σκέφτεται την παράδοση σε αντίθεση προς την έλλογη ελευθερία και βλέπει σ' αυτήν μια ιστορική κατάσταση ανάλογη της φύσης. Τώρα, είτε επαναστατούμε εναντίον της είτε επιθυμούμε να τη διατηρήσουμε, η παράδοση παρουσιάζεται σαν να βρίσκεται στους αφηρημένους αντίποδες του ελεύθερου αυτοκαθορισμού, αφού το κύρος της δεν απαιτεί έλλογη αιτιολόγηση, αλλά μας καθορίζει ανερώτητα. Βέβαια, η περίπτωση της ρομαντικής κριτικής στον Διαφωτισμό δεν συνιστά παράδειγμα αυτονόητης κυριαρχίας της παράδοσης, όπου η κληρονομιά μεταβιβάζεται δίχως παρεμβολές αμφισβητήσεων και κριτικής. Συνιστά, απεναντίας, μια ιδιαίτερη κριτική στάση, που εδώ στρέφεται εκ νέου στην αλήθεια της παράδοσης και επιζητεί να την ανανεώσει, στάση που μπορούμε να ονομάσουμε παραδοσιολατρία.

Ωστόσο, μου φαίνεται ότι μεταξύ παράδοσης και Λόγου δεν υπάρχει καμιά αναγκαία αντίθεση αυτής της μορφής. Όσο προβληματική και αν είναι η συνειδητή ανακαίνιση της παράδοσης ή η συνειδητή δημιουργία νέων παραδόσεων, τόσο μεστή προκαταλήψεων και κατά βάθος διαφωτιστική είναι τελικά και η ρομαντική πίστη στις "φυσικές παραδόσεις", που εμπρός τους κάθε Λόγος οφείλει να σιωπά. Στην πραγματικότητα, μέσα στην παράδοση υπάρχει πάντοτε ένα στοιχείο της ελευθερίας και της ίδιας της ιστορίας. Ακόμα και η γνησιότερη και στερεότερη παράδοση δεν συντελείται χάρη στη δύναμη της φυσικής αδράνειας του ήδη υπάρχοντος, αλλά έχει ανάγκη επιδοκιμασίας, δεξίωσης και καλλιέργειας. Είναι από τη φύση της "διάσωση", σαν και αυτή που βλέπουμε να συνεργεί σε κάθε ιστορική μεταβολή. Και η διάσωση όμως είναι μια πράξη του Λόγου, κι ας περνά χαρακτηριστικά απαρατήρητη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ανανέωση και ο σχεδιασμός αυτοπροβάλλονται ως η μόνη μορφή δράσης και πράξης του Λόγου. Όμως, η αντίληψη αυτή είναι επιπόλαιη. Κι εκεί ακόμη όπου επέρχεται θυελλώδης μεταβολή των βιοτικών συνθηκών, όπως σε εποχές επαναστατικές, μέσα στην υποτιθέμενη αλλαγή των πάντων τα στοιχεία εκείνα που διασώζονται είναι πολύ περισσότερα απ' όσα νομίζουμε και συμφυρόμενα με τα καινούργια αποκτούν νέα περιωπή. Σε κάθε περίπτωση, η διάσωση δεν είναι συμπεριφορά λιγότερο ελεύθερη απ' ό,τι η ανατροπή και η ανανέωση. Τόσο η κριτική του Διαφωτισμού στην παράδοση όσο και η ρομαντική της αποκατάσταση δεν παρακολουθούν επομένως το αληθινό ιστορικό της νόημα.

Οι σκέψεις αυτές οδηγούν στο ερώτημα αν η ερμηνευτική των κοινωνικών επιστημών οφείλει να αποκαταστήσει το στοιχείο της παράδοσης στα δικαιώματά του. Η επιστημονική έρευνα δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η στάση μας ως ιστορικών υποκειμένων απέναντι στο παρελθόν διακρίνεται από μιαν απόλυτη αντίθεση. Κατά τη συμπεριφορά μας προς το παρελθόν, στην οποία μονίμως επιδιδόμαστε, το πραγματικό μας μέλημα δεν είναι βέβαια η αποστασιοποίηση και η αποδέσμευση από τα παραδεδομένα. Αντίθετα, ζούμε σταθερά μέσα στην παράδοση, και αυτή η διαβίωση στους κόλπους της δεν είναι κάτι το ριζικά καινοτόμο, κάτι που μας αποξενώνει από τα όσα η παράδοση κομίζει, αλλά είναι εξ αρχής για μας κάτι το ιδιαίτερα οικείο, ένα σημείο τόσο θετικού όσο και αρνητικού προσανατολισμού, ένας εκ νέου αυτογνωρισμός· ερχόμενη εκ των υστέρων, η ιστορική μας κρίση καλείται πλέον όχι να κατανοήσει απλώς την παράδοση, αλλά να την προσοικειωθεί αμερόληπτα.

Απέναντι στον κρατούντα γνωσιοθεωρητικό μεθοδολογισμό πρέπει επομένως να αναρωτηθούμε: απέκοψε πράγματι εντελώς η ανάδυση της ιστορικής συνείδησης την επιστημονική έρευνα από μια τέτοια φυσιολογική στάση έναντι του παρελθόντος; Κατανοούν ορθά τον εαυτό τους οι κατανοητικές κοινωνικές επιστήμες, όταν αποδίδουν το σύνολο της ιστορικότητάς τους στην πλευρά των προκαταλήψεων, από τις οποίες οφείλει κανείς να απελευθερωθεί; Ή μήπως η "απροκατάληπτη επιστήμη" έχει περισσότερα κοινά σημεία, απ' ό,τι η ίδια γνωρίζει, με εκείνη την αφελή μορφή πρόσληψης και στοχασμού, όπου οι παραδόσεις είναι ζωντανές και το παρελθόν παρόν;

Σε κάθε περίπτωση, η κατανόηση στις κοινωνικές επιστήμες και η διαιώνιση της παράδοσης έχουν κοινή μια θεμελιώδη προϋπόθεση, ήτοι το γεγονός ότι βλέπουν την παράδοση να τους απευθύνει τον λόγο. Δεν ισχύει άλλωστε για τα αντικείμενα της έρευνάς μας –όπως και για το περιεχόμενο της παράδοσης– ότι μόνον τότε η σημασία τους μπορεί να κατανοηθεί και να γίνει αντικείμενο γνώσης; Όσο μεσολαβητική και αν είναι μια τέτοια σημασία, όσο κι αν πηγάζει από ένα ιστορικό ενδιαφέρον που μοιάζει να μην έχει σχέση με το παρόν, ακόμη και στην ακραία περίπτωση της "αντικειμενικής" ιστορικής έρευνας, πραγματική εκπλήρωση της αποστολής της ιστορίας παραμένει ο εκ νέου καθορισμός της σημασίας του ερευνητικού αντικειμένου της. Όμως η σημασία αυτή βρίσκεται όχι μόνο στο πέρας μιας τέτοιας έρευνας, αλλά εξίσου στην αφετηρία της: στην επιλογή του θέματος της έρευνας, στην αφύπνιση του ερευνητικού ενδιαφέροντος, στην συγκομιδή των καρπών της νέας ερωτηματοθεσίας.

Στην αφετηρία κάθε ιστορικής ερμηνευτικής πρέπει επομένως να θέσουμε την απαλοιφή της αφηρημένης αντίθεσης μεταξύ παράδοσης και ιστοριογραφίας, μεταξύ της ιστορίας και της γνώσης της. Η επιρροή της διαιωνιζόμενης παράδοσης και η επιρροή της ιστορικής έρευνας συνθέτουν μια κοινή και ενιαία επιρροή, της οποίας η μέχρι τώρα ανάλυση δεν κατόρθωσε να προχωρήσει παραπέρα από την απλή επισήμανση ενός πλέγματος αλληλεπιδράσεων. Πράττουμε επομένως καλά, αν δεν αναλογιστούμε την ιστορική συνείδηση –όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται– ως κάτι ριζικά καινούργιο, αλλά ως ένα νέο στοιχείο της ίδιας ανέκαθεν σχέσης του ανθρώπου προς το παρελθόν. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε το στοιχείο της παράδοσης στην ιστορική συμπεριφορά και να εξετάσουμε την ερμηνευτική του γονιμότητα.

Το ότι στις κοινωνικές επιστήμες, παρ' όλη την μεθοδολογία του τρόπου εργασίας τους, είναι γόνιμη μια παρεμβολή της παράδοσης, που αποτελεί την πραγματική ουσία της και αποτελεί το διακριτό της γνώρισμα, γίνεται αμέσως σαφές αν στρέψουμε το βλέμμα μας στην ιστορία της έρευνας και παρατηρήσουμε τη υφιστάμενη διαφορά μεταξύ της ιστορίας της επιστήμης στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών και εκείνης των φυσικών επιστημών. Είναι αυτονόητο βέβαια ότι κανένα ιστορικό εγχείρημα του ανθρώπου δεν μπορεί να απαλλαγεί πλήρως από τα ίχνη του πεπερασμένου χαρακτήρα του. Ακόμη και η ιστορία των μαθηματικών ή των φυσικών επιστημών είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του ανθρώπινου πνεύματος και κατοπτρίζει τη μοίρα του. Παρά ταύτα, όταν ο ιστοριοδίφης αυτών των γνωστικών κλάδων περιγράφει την ιστορία της επιστήμης του αφορμώμενος από το τωρινό επίπεδο της γνώσης, αυτό δεν αποτελεί απλώς και μόνον μια ιστορική αφέλεια. Πλάνες και σκολιές οδοί παρουσιάζουν γι' αυτόν ιστορικό μονάχα ενδιαφέρον, επειδή η πρόοδος της έρευνας είναι το αυτονόητο μέτρο της παρατήρησης. Επομένως μόνο δευτερεύον ενδιαφέρον βλέπει στις προόδους των φυσικών επιστημών ή των μαθηματικών σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Η γνωστική αξία των ίδιων των φυσικομαθηματικών γνώσεων μένει άθικτη από αυτό το ενδιαφέρον.

Ώστε δεν χρειάζεται καν να διαφιλονικήσουμε το γεγονός ότι και στις φυσικές επιστήμες μπορεί να επιδρούν στοιχεία της παράδοσης, λόγου χάριν με την έννοια ότι σε ορισμένους τόπους προτιμώνται ορισμένες ερευνητικές κατευθύνσεις. Όμως η επιστημονική έρευνα καθ' εαυτήν αναδέχεται τους νόμους που ρυθμίζουν το βήμα της όχι από τέτοιες περιστάσεις, αλλά από τον νόμο των πραγμάτων που φέρνει στο φως με την μεθοδική της προσπάθεια .

Προφανώς, οι κοινωνικές επιστήμες δεν γίνεται να περιγραφούν επαρκώς με αφετηρία αυτήν την έννοια της έρευνας και της προόδου. Ότι και εδώ υπάρχουν ανάλογα φαινόμενα, ότι μπορούμε φερ' ειπείν να συγγράψουμε την ιστορία της επίλυσης ενός προβλήματος, λόγου χάριν της αποκρυπτογράφησης μιας δυσανάγνωστης επιγραφής, όπου το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η τελική επίτευξη του οριστικού αποτελέσματος, είναι ασφαλώς ορθό. Αν δεν ήταν έτσι, ο μεθοδολογικός προσανατολισμός των κοινωνικών επιστημών προς τις φυσικές, όπως τον είδαμε να συντελείται τον παρελθόντα αιώνα, δεν θα ήταν καν δυνατός. Παρά ταύτα, η αναλογία μεταξύ της έρευνας στις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες αφορά το υποδεέστερο σε σημασία κομμάτι του συντελούμενου στις κοινωνικές επιστήμες έργου.

Αυτό καταφαίνεται ήδη από το γεγονός ότι τα μεγάλα επιτεύγματα της κοινωνικοεπιστημονικής έρευνας μένουν κατ' ουσίαν αγέραστα. Ο σημερινός αναγνώστης διακρίνει προφανώς εύκολα ότι ένας ιστορικός προ εκατό ετών διέθετε ένα πιο περιορισμένο εύρος γνώσεων και απ' αυτό εξήγαγε σε ορισμένες λεπτομέρειες συμπεράσματα αντίστροφα προς τα ορθά. Στο σύνολό τους όμως το έργο του Droysen ή του Momsen διαβάζεται σήμερα περισσότερο από την πιο πρόσφατη έκθεση του ίδιου θέματος από την πένα ενός σημερινού ιστορικού. Με ποιο μέτρο λαμβάνονται εδώ οι αποφάσεις; Είναι προφανές ότι δεν είναι εύκολο να θεσπίσουμε εδώ ένα μέτρο που να προσμετρά την αξία και το βάρος της έρευνας. Αντίθετα, ένα αντικείμενο μας φαίνεται μόνο τότε αληθινά σημαντικό, όταν το βλέπουμε υπό το φως όσων γνωρίζουν να μας το περιγράφουν ορθά. Έτσι, μπορεί το ενδιαφέρον μας να εστιάζεται στο αντικείμενο, όμως το αντικείμενο κερδίζει τη ζωή του μόνο μέσω της όψης του εκείνης που μας παρουσιάζεται. Δεχόμαστε ότι αυτές οι όψεις δεν αλληλοαναιρούνται τόσο εύκολα από τη συνεχή πρόοδο της έρευνας, αλλά είναι σαν αλληλοαποκλειόμενοι όροι που ο καθένας τους υφίσταται ανεξάρτητα από τον άλλο και που συνυπάρχουν μόνο όταν έρχονται ενώπιόν μας. Ό,τι διαπλάθει την ιστορική μας συνείδηση είναι πάντα ένα πλήθος φωνών όπου αντηχεί το παρελθόν. Το τελευταίο υπάρχει μόνο μέσα στην πολλαπλότητα αυτών των φωνών. Αυτή είναι που διαμορφώνει την ουσία της παράδοσης, στην οποία επιθυμούμε να μετέχουμε και της οποίας ένα τμήμα διεκδικούμε. Η ίδια η σύγχρονη ιστορική έρευνα δεν είναι μόνο έρευνα, αλλά μεσολάβηση της παράδοσης. Δεν την βλέπουμε μόνο υπό τον νόμο του βηματισμού της προόδου και των εξασφαλισμένων αποτελεσμάτων, αλλά κατά κάποιον τρόπο αποκτούμε και με την ίδια ιστορικά βιώματα, στο μέτρο που κάθε φορά ακούγεται μέσα της μια νέα φωνή όπου αντηχεί το παρελθόν.

Τι βρίσκεται στο θεμέλιο όλων αυτών; Προφανώς, δεν μπορούμε να μιλάμε για πάγιους ερευνητικούς στόχους στις κοινωνικές επιστήμες με την ίδια έννοια που τούτο συμβαίνει στις φυσικές επιστήμες, όπου η έρευνα διεισδύει όλο και βαθύτερα στην φύση. Στις κοινωνικές επιστήμες, αντίθετα, το ερευνητικό ενδιαφέρον που στρέφεται στην παράδοση παρακινείται με ιδιαίτερο τρόπο από το εκάστοτε παρόν και τα ενδιαφέροντά του. Το ίδιο το θέμα και το αντικείμενο της έρευνας συγκροτούνται από το κίνητρο της ερωτηματοθεσίας . Η ιστορική έρευνα ερείδεται επομένως στην ιστορική κίνηση, που υποβαστάζει και την ίδια τη ζωή, και δεν μπορεί να κατανοηθεί τελολογικά από την έποψη του αντικειμένου, το οποίο θέτει στο επίκεντρο της προσοχής της. Προφανώς, ένα τέτοιο "αντικείμενο" καθ' εαυτό δεν υφίσταται καν. Τούτο ακριβώς διακρίνει τις κοινωνικές από τις φυσικές επιστήμες. Ενώ το αντικείμενο των φυσικών επιστημών στην ιδεώδη περίπτωση μπορεί να οριστεί ως ό,τι η ολοκληρωμένη φυσικοεπιστημονική γνώση εμπέδωσε και κατέκτησε, δεν έχει νόημα να μιλάμε για ολοκληρωμένη ιστορική γνώση· εξ ου και ο λόγος περί ενός "αντικειμένου καθ' εαυτό", όπου εστιάζεται η έρευνα, δεν μπορεί εν τέλει να έχει αντίκρισμα .




HANS-GEORG GADAMER,
Wahrheit und Methode, 1960
(απόσπασμα)


[ 7. 9. 2007 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης