Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Γκόττφρηντ Μπεν


Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α







ΓΝΩΡΙΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Γνώρισα ανθρώπους που
όταν κανένας τους ρωτούσε πώς τους λένε,
με αιδημοσύνη —σαν να μην αξίωναν καν
το δικαίωμα να έχουν ονομασία δική τους—
«δεσποινίς Κρίστιαν» απαντούσαν κι έπειτα:
«όπως το όνομα, ξέρετε», ήθελαν
να ευκολύνουν την κατάσταση,
τίποτα δύσκολο όπως «Ποπιόλ» ή «Μπαμπεντερέρντε» —
«σαν το βαπτιστικό» — παρακαλώ,
μη βαρύνετε το μνημονικό σας!

Γνώρισα ανθρώπους που
μεγαλώσαν με γονείς και τέσσερα αδέλφια
σ' ένα δωμάτιο στριμωγμένοι, κλείνοντας με τα δάχτυλα
τ' αυτιά τους τις νύχτες,
που μελετούσαν πάνω στις εστίες της κουζίνας,
που πέτυχαν, απ' έξω ωραίες και άψογες σαν αριστοκράτισσες
και μέσα απαλές και φιλόπονες σαν τη Ναυσικά,
με το άσπιλο μέτωπο των αγγέλων.

Συχνά αναρωτήθηκα μα απάντηση δεν βρήκα,
πόθεν ετούτη η γλυκύτητα κι η καλοσύνη,
και σήμερα ακόμη δεν το ξέρω κι είν' ώρα να πηγαίνω.




ΣΥΝΤΑΞΗ

Όλοι ομιλούν περί Ουρανού, έρωτος, τάφων,
δεν θέλουμε κι εμείς μ' αυτά να ασχοληθούμε,
θέματα απ' τον πολιτισμό μας εκτενώς συζητημένα.
Το καινούργιο ωστόσο είναι το ζήτημα της συντάξεως
και αυτό στ' αλήθεια επείγει:
για ποιο λόγο εκφράζουμε κάτι;

Γιατί σκαρώνουμε ρίμες ή το σκίτσο ενός κοριτσιού
απ' ευθείας ή αντικατοπτρικά
ή σκιαγραφούμε σε χαρτί πολυτελείας
φυτά αναρίθμητα, δεντροκορφές, επάλξεις,
τις τελευταίες σαν χοντρές κάμπιες με χελωνοκεφαλή,
παραταγμένες σε αγαστή ευταξία;

Ερώτημα τόσο καθηλωτικά αναπάντητο!
Η προοπτική της αμοιβής δεν είναι πάντως,
πολλοί πεθαίνουν της πείνας για δαύτο. Όχι,
πρόκειται προφανώς για μια ενόρμηση
τηλεκατευθυνόμενη, μια εγκεφαλική συνθήκη,
έναν Μεσσία καθυστερημένο ενδεχομένως
ή ένα ζωόμορφο τοτέμ,
έναν πριαπισμό της μορφής εις βάρος του περιεχομένου —
θα παρέλθει ίσως κάποτε,
όμως σήμερα η σύνταξη είναι
το πρώτιστο.

«Οι λίγοι που καταλαβαίνουν κάτι απ' αυτό» (Γκαίτε) —
από τι πράγμα, αλήθεια;
Υποθέτω: απ' τη σύνταξη.




ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οι εποχές παρέρχονται αργά,
η Τόσκα (1902) συμβολίζει ακόμη το πάθος,
η Μποέμ (1900) τον έρωτα,
ώς κι ο επίλογος απ' το Λυκόφως των Θεών (1876)
σαρώνει ακόμη τα δικά μας δοκάρια.
Μερικά πράγματα μένουν απροσδιόριστα:
Ιφιγένεια, πράξη πέμπτη
(στην πρεμιέρα του 1779 ο Γκαίτε έπαιξε τον Ορέστη):
η παραίτηση του Θόα και η humanitas
που στην πολιτική δεν τα κατάφερε να επιβληθεί.

Aι Μάρτιαι Ειδοί τελούν στο ημίφως:
όταν μια νέα μορφή διακυβερνήσεως επιθυμεί να ανέλθει,
η παλαιά οφείλει να υποκύψει.
Οι πιο πολλοί σήμερα θα έβαζαν τα γέλια με τον Λεωνίδα
(εγώ όμως όχι).

Ένας κουρέας που να ξυρίζει πράγματι καλά,
(φαινόμενο εξαιρετικά σπάνιο!)
είναι άξιος πλείονος λόγου από έναν αυλικό ιεροκήρυκα
(και δεν παραγνωρίζω την τραγικότητα των καιρών
ούτε το ζήτημα της ενοχής)

Και Σείς μιλάτε για το άγχος της ζωής,
στο πρωινό σας για τα τέρατα της βορεινής μυθολογίας,
τα βράδια σάς απασχολεί ο Ωκεανός: το απέραντο,
τις νύχτες, η ερριμμενότης
—έτσι μας παίρνει ο ύπνος πιο καλά—
η Δύση πλέον δεν θέλει να αμυνθεί —
το άγχος είναι που ζητά, την πτώση.

Ένα σουξέ αντιπροσωπεύει το 1950
πολύ περισσότερο από πεντακόσιες σελίδες
περί της κρίσεως του πολιτισμού.
Στο σινεμά, όπου δεν βγάζεις πια
καπέλο και παλτό λόγω του ψύχους,
τρέχει αφθονότερο νερό απ' τους πυροσβεστήρες
παρά από τον απόπατο,
και δεν υπάρχει καν διάλειμμα να σου χαλάει το κέφι.

(Το Τεταρτογενές ήταν η εποχή του ενδοστρεφούς ανθρώπου,
πλέον εσήμανε η ώρα του τριπλοειδούς)
εξήντα έξι χρωμοσώματα, οποία έκπτυξη κολοσσιαία —

Και τώρα ο νέος Εθνικός μας Ύμνος!
Με στίχους άκρως πρόσφορους, μπορεί άοσμους λιγάκι,
το βήμα το επόμενο θα ήταν ασφαλώς
μια γούνα κουνελιού στο λάβαρο του Ράιχ.

Προσωπικά διάγω ημέρες άγονες,
όμως κάτι θα γίνει.




ΚΑΝΕΙΣ ΜΗΝ ΚΛΑΨΕΙ

Τριαντάφυλλα, ένας θεός ξέρει από πού τόσο ωραία,
η πόλη στον χλωρό ουρανό
τα βράδια
μέσα στου χρόνου την παροδικότητα!

Με πόση νοσταλγία θυμάμαι τον καιρό
όπου ένα μάρκο και τριάντα ήταν για μένα ζήτημα ζωής,
όπου, πιεσμένος από την ανάγκη, τα μετρούσα
τις μέρες μου μετρώντας πάνω τους,
τι λέω; ολόκληρες βδομάδες, με ψωμί
και κρέμα από δαμάσκηνα
βρασμένη μες σε πήλινα τσουκάλια,
φερμένη απ' το χωριό
με ακόμη πάνω της νωπά τής φτώχειας τα σημάδια,
πόσο ήταν όλα επώδυνα,
πόσο γεμάτα κάλλος και αγωνία!

Τι να σου κάνει η λάμψη των τιμών,
των τρανών ονομάτων,
των παρασήμων Pour le mérite
που ευσταλή τραβούν εμπρός θριαμβεύοντας,

α, μόνο ό,τι παρέρχεται είναι στ' αλήθεια ωραίο,
η φτώχεια πίσω μας
κι η οδύνη εκείνη που τον εαυτό της αγνοεί
και σέρνεται με απόνοια προς το στίγμα,
πόσο είναι ο Άδης τούτος θαυμαστός
που γεύεται τα άλγη σαν τιμές —
κανείς μην κλάψει
κανείς μην πει: εγώ, ο τόσο μόνος.




ΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ξένη προς κάθε ανάπτυξη
είναι η βαθύνοια του σοφού,
τέκνα και τέκνα τέκνων
δεν τον ταράζουν,
μέσα του αυτά δεν εισχωρούν.

Τάσεων υιοθετήσεις,
δραστηριότητες πολλές,
οι αναχωρήσεις και οι επιστροφές
είναι σημάδι ενός κόσμου
που δεν βλέπει καθαρά.
Εμπρός στο παραθύρι μου
—λέει ο σοφός—
ένα φαράγγι ξετυλίγεται,
εκεί μαζεύονται οι σκιές,
δυο λεύκες διαγράφουν έναν δρόμο,
για πού — το ξέρεις.

Προοπτική
είναι μια άλλη λέξη για την δική του στατική:
γραμμές χαράζει
κι ύστερα τις εκτείνει
κατά τον νόμο του κισσού
—αναρριχητικά κλαδιά εκτινάσσοντας—
κι ακόμα σμήνη και πουλιά,
που εκρήγνυνται στο πορφυρό
του πρωινού χειμερινού ουρανού,

προτού και πάλι βυθιστούν —

για ποιον — το ξέρεις.




RESTAURANT

Ο κύριος απέναντι παραγγέλνει άλλη μια μπύρα,
πράγμα για μένα ευχάριστο,
έτσι πια δεν χρειάζεται να ψέγω τον εαυτό μου
που και εγώ κατά καιρούς πράττω αναλόγως.
Οι περισσότεροι αμέσως θα σκεφτούν: πότης καθ' έξιν,
σε μια εφημερίδα αμερικάνικη μάλιστα διάβασα
πως κάθε τσιγάρο συντομεύει τη ζωή κατά τριάντα έξι λεπτά,
εγώ δεν το πιστεύω, πίσω απ' το άρθρο κρύβεται
η Κόκα-Κόλα πιθανόν, ή καμμιά τσικλοβιομηχανία.

Ζωή κανονική ίσον θάνατος κανονικός,
το πόρισμα ετούτο δεν ισχύει. Και μια κανονική ζωή
μπορεί να οδηγήσει σ' έναν αρρωστημένο θάνατο. Άλλωστε
ο θάνατος δεν έχει τίποτε να κάνει με αρρώστια και υγεία,
τις μετέρχεται μόνο για τους δικούς του σκοπούς.

Τι εννοείτε με αυτό: ο θάνατος
δεν έχει τίποτε να κάνει με αρρώστια;
Εννοώ το εξής: πολλοί ασθενούν δίχως και να πεθαίνουν,
ώστε υπάρχει εδώ και κάτι άλλο για να λογαριάσουμε,
ένα θραύσμα αμφιβολίας,
ένας παράγοντας αβεβαιότητος,
ο θάνατος δεν έχει περίγραμμα εντελώς σαφές
ούτε κρατάει δρεπάνι,
μας παρακολουθεί, κοιτάζει απ' τη γωνιά,
κρατιέται μάλιστα συνήθως μακριά,
κι είναι κι αυτός φιλόμουσος πλην μ' άλλες μελωδίες.





Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1794, Νοέμβριος 2006


Βλ. ακόμη:

Γκόττφρηντ Μπεν, ΟΦΕΙΛΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΝΑ ΒΕΛΤΙΩΝΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ;
Γκόττφρηντ Μπεν, ΝΕΚΡΟΚΟΜΕΙΟ








[ 9. 1. 2007 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης