Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Πεταμένα λεφτά


1. Η ΛΕΞΗ "ΒΙΒΛΙΟ" δήλωνε ανέκαθεν δύο διαφορετικά πράγματα. Κυριολεκτικά: μια τεχνική επινόηση, ένα υλικό μέσο, που με τη μορφή του εμπορεύματος υπόκειται στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Συνεκδοχικά: ένα ταμιευτήριο γνώσης και ιδεών, τον κατ' εξοχήν φορέα της σκέψης, της λογοτεχνίας και των επιστημών, ένα απτό συνώνυμο του ίδιου του πνευματικού πολιτισμού. Ο τηλεφωνικός κατάλογος λ.χ. είναι βιβλίο με την πρώτη έννοια του όρου — όχι όμως και με τη δεύτερη. Το ίδιο ισχύει με την πλειονότητα της τρέχουσας βιβλιοπαραγωγής: σε πείσμα του δυσθεώρητου όγκου της, τα έργα που διαμορφώνουν το πολιτιστικό πρόσωπο κάθε εποχής είναι ελάχιστα.







 2. Η δισημία του όρου "βιβλίο" δημιουργεί προβλήματα συνεννόησης. Δεν είναι λίγες οι φορές που γίνεται λόγος για άνθηση ή για κρίση του βιβλίου χωρίς να διευκρινίζουμε αν μιλάμε για την κυκλοφορία του βιβλίου ως εμπορικού προϊόντος ή για την ακτινοβολία του βιβλίου ως πνευματικού αγαθού. Διότι η πορεία των δύο αυτών δεν είναι διόλου απαραίτητο να συμπίπτει.

 Το ελληνικό παράδειγμα είναι εδώ ενδεικτικό. Από οικονομικής πλευράς, η δεκαπενταετία 1990-2005 στάθηκε για το βιβλίο εποχή "πρωτόγνωρης ανάπτυξης". Την περίοδο αυτή ο αριθμός των ετησίως εκδιδόμενων τίτλων υπερδιπλασιάστηκε, αγγίζοντας τους 7000, ενώ η κατά κεφαλήν δαπάνη των Ελλήνων για αγορά βιβλίων υπερτριπλασιάστηκε σε σταθερές τιμές. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η υποχώρηση του αναλφαβητισμού, η διεύρυνση του διαθέσιμου ελεύθερου χρόνου, αλλά και τα νέα καταναλωτικά ήθη σε συνδυασμό με τις όλο και περισσότερο εκλεπτυσμένες μεθόδους του μάρκετινγκ και της διαφήμισης ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που οδήγησαν σ' αυτήν την εξέλιξη.


 3. Την ίδια περίοδο, η ουσιαστική αξία του βιβλίου, του γραπτού λόγου γενικότερα, υποβαθμίστηκε σε βαθμό πρωτοφανή. Η ραγδαία συρρίκνωση της κυκλοφορίας του ημερήσιου πολιτικού τύπου είναι η πλέον ορατή πλευρά αυτού του φαινομένου. Δεν είναι όμως η μόνη. Και στον στενότερο βιβλιοεκδοτικό χώρο, η απόλυτη επικράτηση της λογικής και των κριτηρίων της αγοράς είχε δραματικές συνέπειες. Έτσι τα κείμενα εκείνα που συνιστούσαν ανέκαθεν τον σκληρό πυρήνα του πνευματικού μας πολιτισμού (τα κλασσικά γράμματα και η σοβαρή λογοτεχνία, ιδίως η ποίηση) εξωθήθηκαν συστηματικά στο περιθώριο. Οι φιλολογικές σελίδες των εφημερίδων και τα λογοτεχνικά περιοδικά παραχώρησαν τη θέση τους σε "Ένθετα" με κραυγαλέα διαφημιστικό χαρακτήρα. Η κριτική υποκαταστάθηκε από τα δελτία τύπου και τις βιβλιοπαρουσιάσεις. Νεοφερμένα βιβλιοσουπερμάρκετ έθεσαν υπό ασφυκτική πίεση ανεξάρτητους βιβλιοπώλες και μικρομεσαίους εκδότες.

 Σήμερα, για την μεγαλύτερη μερίδα των Ελλήνων, που διαμορφώνουν τις προτιμήσεις τους από την ιδιωτική τηλεόραση και τα λοιπά ΜΜΕ, το βιβλίο κατέληξε να ταυτίζεται με την ελαφρά λογοτεχνία και το παρασχολικό βοήθημα. Άκρως αποθαρρυντική είναι ιδίως η σχέση των νέων με τον γραπτό λόγο. Αλλού, για φαινόμενα πολύ λιγότερα ανησυχητικά, οι ιθύνοντες έφτασαν σε σημείο να μιλούν για "εθνική κρίση" (βλ. π.χ. την πρόσφατη έκθεση Reading at Risk του αμερικανικού Εθνικού Κληροδοτήματος για τις Τέχνες). Σ' εμάς, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ωσάν να ήταν οργανισμός εποπτευόμενος από το Υπουργείο Εμπορίου και όχι από εκείνο του Πολιτισμού, χαιρετίζει ανέμελα την "ωρίμαση της αγοράς". Και συγχέοντας σκοπίμως τους ποιοτικούς με τους ποσοτικούς δείκτες, πανηγυρίζει για την ευημερία των αριθμών, αρνούμενο να δει την πραγματικότητα.


 4. Το παράδειγμα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο την αδυναμία της ελληνικής Πολιτείας να χαράξει μια σαφή και μακρόπνοη πολιτική βιβλίου. Και τούτο διότι από πολύ νωρίς το Κέντρο αυτό, αντί να ενισχύσει κατά απόλυτη προτεραιότητα την εγχώρια αναγνωστική παιδεία, έριξε το κύριο βάρος της δραστηριότητάς του στην πολυδάπανη συμμετοχή σε εμπορικής φύσεως εκθέσεις του εξωτερικού, με χαρακτηριστικότερη ανάμεσά τους εκείνη της Φρανκφούρτης. Προέκρινε έτσι αντί της ουσίας τις δημόσιες σχέσεις, αντί των ουσιαστικών παρεμβάσεων την στιγμιαία λάμψη των big events.

 Η αποτυχία της πολιτικής αυτής δεν θα μπορούσε να είναι παταγωδέστερη. Ειδικά στη Γερμανία, πέντε χρόνια μετά την πομπώδη εμφάνιση της Ελλάδας ως "τιμώμενης χώρας" στην Φρανκφούρτη, η εικόνα της ελληνικής λογοτεχνίας είναι χειρότερη από ποτέ, η ζήτηση των έργων της μηδαμινή, η προβολή της ασήμαντη. Παρά ταύτα, ενθαρρυμένη φαίνεται από τις δάφνες του προκατόχου της, η τωρινή διευθύντρια του Κέντρου δηλώνει έτοιμη να κατακτήσει και την αγορά της Κίνας!


 5. Οι εξαγγελίες αυτές θα μπορούσαν να εκληφθούν ως δείγμα αμετροέπειας είτε ως φτηνό καλαμπούρι. Αν η Ελλάδα ήταν χώρα με επαρκείς φιλαναγνωστικούς θεσμούς, τότε ακόμη και η διασπάθιση των 10.000.000 ευρώ της Φρανκφούρτης θα μπορούσε να περάσει στην ιστορία ως μια, πανάκριβη έστω, άσκηση επαρχιώτικης ματαιοδοξίας. Αυτό θα ίσχυε, αν η χώρα διέθετε λ.χ. σύγχρονη Εθνική Βιβλιοθήκη και βιβλιογραφική υπηρεσία. Αν διέθετε ικανές σχολικές, δημοτικές και δανειστικές βιβλιοθήκες. Αν διέθετε επιστημονικές εκδόσεις των κρίσιμων κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας και αξιόπιστες μεταφράσεις τους στις πλέον διαδεδομένες ξένες γλώσσες. Αν διέθετε, τέλος, μεταφρασμένα στη γλώσσα της όλα εκείνα τα κορυφαία έργα του ευρωπαϊκού πολιτισμού που σήμερα δεν διαθέτει, και ων ουκ έστι αριθμός. Τίποτα όμως από αυτά δεν συμβαίνει. Και ενώ οι ελάχιστες παιδικές και εφηβικές βιβλιοθήκες της επαρχίας βάζουν λουκέτο, η κ. Βελισσάρη αγωνίζεται υπέρ του ελληνικού βιβλίου στο… Μπουένος 'Αιρες. Φαίνεται ότι το έχει πάρει απόφαση πως νέοι αναγνώστες Έλληνες μελλοντικά δεν πρόκειται να υπάρξουν, και αναζητεί αντικαταστάτες τους στη Νότιο Αμερική…







 6. Λίγα νούμερα αρκούν για να καταδείξουν το διεστραμμένο μέγεθος της σημερινής σύγχυσης προτεραιοτήτων. Για την τετραήμερη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. δαπανά κάθε χρόνο σχεδόν 800.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή, ο ετήσιος προϋπολογισμός της Εθνικής Βιβλιοθήκης μόλις ξεπερνά τις 400.000. Για τη συμμετοχή σε διεθνείς εμποροπανηγύρεις από τα Τίρανα ώς την Μαδρίτη εκταμιεύθηκαν πέρυσι περισσότερα από 300.000 ευρώ. Το ίδιο διάστημα, η κ. Βελισσάρη δήλωνε αδυναμία να καταβάλει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης (Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ.) το κατά πολύ μικρότερο ποσό της τακτικής χορηγίας του. Και όχι μόνον αυτό: χρησιμοποιώντας ως μέσο ωμού εκβιασμού τα χρέη του τελευταίου προς το ΙΚΑ και την Εφορία, που τα προξένησε ακριβώς η άρνηση του Ε.ΚΕ.ΒΙ. να τιμήσει τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις του, εξανάγκαζε τον διευθυντή του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. σε παραίτηση και εκπαραθύρωνε τους υπευθύνους των τμημάτων αλλά και πολλούς από τους διδάσκοντές του. (Ένα χρόνο μετά, και αφού στο μεταξύ διορίσθηκε νέα, δοτή διεύθυνση, το χρηματοδοτικό πρόβλημα του Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. μοιάζει να λύθηκε ως διά μαγείας. Η δε κ. Βελισσάρη φέρεται έτοιμη να ανοίξει παράρτημά του στη Θεσσαλονίκη…)


 7. Ο πόθος για μια ισχυρότερη παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας και σκέψης στο εξωτερικό είναι βεβαίως θεμιτός. Το ζητούμενο είναι πώς αυτή θα επιτευχθεί. Διεθνή προηγούμενα πείθουν ότι μια έγκυρη μετάφραση ενός κλασσικού συγγραφέα, φέρ' ειπείν του Σολωμού ή του Παπαδιαμάντη, μπορεί να αποδειχθεί και για τους σημερινούς Έλληνες συγγραφείς απείρως χρησιμότερη από την βεβιασμένη εξαγωγή της επιτυχίας του πιο φρέσκου εγχώριου ευπώλητου. Το έντονο ενδιαφέρον του γερμανικού κοινού για την σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία, λ.χ., οφείλει τα μέγιστα στο μεράκι και το όραμα ενός και μόνο ανθρώπου, του μεταφραστή και συγγραφέα Καρλ Ντεντέτσιους. Η μνημειώδης πενηντάτομη Πολωνική Βιβλιοθήκη της οποίας στάθηκε ο πρωτεργάτης, υπήρξε η απαρχή της ενασχόλησης των γερμανικών εκδοτικών οίκων και με τους σύγχρονους Πολωνούς συγγραφείς. Οι Τσέχοι και οι Τούρκοι, που ίδρυσαν πρόσφατα την Τσεχική και την Τουρκική Βιβλιοθήκη αντίστοιχα, δείχνει να έχουν λάβει το μήνυμα. Εμείς;


 8. Σε κάθε περίπτωση, η "προώθηση" της ελληνικής λογοτεχνίας στις "διεθνείς αγορές" δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικό όραμα ούτε αυτοσκοπός, όπως παρουσιάζεται σήμερα από το Ε.ΚΕ.ΒΙ. Συχνά, η προσπάθεια ενός συγγραφέα να επιτύχει πάση θυσία την αναγνώρισή του στο εξωτερικό, αντί να ωφελεί, βλάπτει το έργο του. "Οι Ινδοί συγγραφείς", λέει χαρακτηριστικά ο Β. Σ. Ναϊπούλ, "εξαρτώνται υπερβολικά από τη γνώμη των ξένων γι΄ αυτούς. Έτσι γράφουν τα βιβλία τους για την παγκόσμια αγορά και τους ξένους κριτικούς. Έχουν υπ' όψιν τους τις πιο διαφορετικές τεχνοτροπίες και νομίζουν ότι μπορούν να τις κοπιάρουν. Όμως πού είναι το δικό τους βλέμμα, η δική τους αίσθηση των πραγμάτων; Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ινδούς. Είναι κι όλοι εκείνοι οι Κινέζοι που έχουν περάσει από τα αμερικάνικα προγράμματα δημιουργικής γραφής, και τώρα γράφουν απαξάπαντες με τον ίδιο τρόπο".

 Θα ήταν πράγματι ευχής έργον αν οι Έλληνες συγγραφείς είχαν στο μέλλον να επιδείξουν περισσότερες διεθνείς επιτυχίες. Όμως, οι επιτυχίες αυτές δεν πρόκειται να σημειωθούν αν θυσιάσουμε το ιδιαίτερο βλέμμα της ελληνικής λογοτεχνίας στον βωμό του ομογενοποιημένου ύφους που κατασκευάζουν μαζικά οι μηχανισμοί της παγκόσμιας εκδοτικής βιομηχανίας. Ούτε βεβαίως αν συνεχίσουμε να αγνοούμε επιδεικτικά τους μόνους αναγνώστες που είναι εντέλει αρμόδιοι να μας κρίνουν — εκείνους της δικής μας γλώσσας.


Πρώτη δημοσίευση:
εφ. "ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ", Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2006


[ 24. 12. 2006 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης