Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Μετάφραση: θεωρία και πράξη


Μεταφραστές εμείς ταπεινοί,
των δρομολογίων της γραμμής φερ' ειπείν,
του χρώματος της κόμης,
του σχηματισμού των νεφώσεων,
τι έχουμε άραγε να πούμε
σε όσους καταφέρνουν
και διαβάζουν τα πρωτότυπα κείμενα;


GÜNTER EICH


ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ, το θέμα της αποψινής μας συζήτησης (οι σχέσεις μεταφραστικής θεωρίας και πράξης) και η αφορμή της (η ελληνική έκδοση της μελέτης του Τζώρτζ Στάινερ "Μετά τη Βαβέλ"), μοιάζουν πράγματα όλως διόλου ασύμβατα. Από μόνη της η διατύπωση "Μετάφραση: θεωρία και πράξη", πολλώ δε μάλλον η διαζευκτική της εκδοχή ("Μετάφραση: θεωρία ή πράξη") που υπαινίσσεται σκανδαλωδώς ότι η θεωρία θα μπορούσε να υπάρχει ακόμη και ερήμην της πράξεως, αυτή λοιπόν η διατύπωση δεν είναι τάχα ό,τι περισσότερο αντιστρατεύεται το δεδηλωμένο περιεχόμενο του βιβλίου; Γιατί ο Στάινερ δεν κρύβει την αποστροφή του για τις μεταφραστικές θεωρίες, κάθε άλλο μάλιστα. "Γεννήματα βυζαντινισμών", "παιδαριώδη σχεδιάσματα", "διαγράμματα επίδοξων θεωρητικών" είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που τους επιφυλάσσει.

Όπως σημειώνει ο Άρης Μπερλής στον πρόλογό του, ο Στάινερ αρνείται κατηγορηματικά "να αποδώσει τον όρο 'θεωρία' στις ουμανιστικές, γλωσσολογικές ή μεταφραστικές σπουδές". Ο λόγος: σε αντίθεση με τα συμβαίνοντα στον χώρο των θετικών επιστημών, τα πορίσματα αυτών των πρώτων δεν έχουν προγνωστικό χαρακτήρα, δεν διαθέτουν αποδεικτική ισχύ, και συνεπώς δεν μπορούν να επαληθευθούν ή να διαψευσθούν. Επιπλέον, δεν υπακούουν στον νόμο της προόδου: Οι καινούργιες απόψεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν όσες προηγήθηκαν, ούτε να τις αχρηστεύσουν. Με δυο λόγια, οι μεταφραστικές θεωρίες ούτε έχουν ούτε δικαιούνται να διεκδικούν "επιστημονική υπόσταση".







Αντί του όρου θεωρία της μετάφρασης, ο Στάινερ μας προτείνει εναλλακτικά: "λελογισμένες περιγραφές διαδικασιών", "εμπειρικές αφηγήσεις", "ευρετικές σημειώσεις ενός έργου εν προόδω", τέλος, "μεταφορές εργασίας". Προτάσεις ενδιαφέρουσες αναντίρρητα, που όλες τους όμως έχουν το αθεράπευτο μειονέκτημα ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον χρηστικότερο όρο "θεωρία". 'Αλλωστε, και ο ίδιος ο Στάινερ παραδέχεται ότι πέρα από την γνήσια (φυσικο)επιστημονική θεωρία, υπάρχει και μια άλλη, ασθενέστερη εκδοχή της, με περιγραφικό-ταξινομικό περιεχόμενο. Έτσι, όταν κάνει λόγο για τη μεταφραστική σκέψη του Λούθηρου ή του Αγίου Ιερώνυμου, του Χαίλντερλιν ή του Πωλ Βαλερύ, μιλάει και αυτός για "θεωρητικές ιδέες". Και σε ποια άλλη κατηγορία κειμένων θα μπορούσε να κατατάξει το "Μετά τη Βαβέλ" ο βιβλιογράφος των μεταφραστικών μελετών, αν όχι σε εκείνη της θεωρίας;

Είναι νομίζω προφανές ότι η επίθεση του Στάινερ κατά της "θεωρίας" και των "θεωρητικών" υποκινείται από ένα μέλημα πολύ βαθύτερο. Όχι τόσο από μια επιστημολογική ένσταση, όσο από μια πολιτική θέση. Όχι τόσο από τη διάγνωση μιας ορολογικής κατάχρησης, όσο από την ανοιχτή πολεμική εναντίον του θεσμού που γεννά την κατάχρηση αυτή και τη διαιωνίζει. Ο λόγος είναι φυσικά για το πανεπιστήμιο. Ο πρόλογος του Στάινερ στη δεύτερη έκδοση του "Μετά τη Βαβέλ" είναι χαρακτηριστικός. Επιτρέψτε μου να σας αναγνώσω μερικά αποσπάσματα από αυτόν και συγχωρήστε μου προκαταβολικά τον εξημμένο τόνο: είμαι βλέπετε απολύτως σύμφωνος με το περιεχόμενό τους.

"Οι έγκυρες ακαδημαϊκές μελέτες έχουν κατακερματιστεί σε πλήθος εξειδικεύσεων – και σε βαθμό που προκαλεί την κοινή λογική. Η κοινότητα συρρικνώνεται κάθε φορά που διορίζεται κάποιος καθηγητής ή επιχορηγείται μια έρευνα."

"Όλο και περισσότερες εργασίες, που αναφέρονται σε όλο και ισχνότερα θέματα, δημοσιεύονται στα λόγια περιοδικά των πανεπιστημιακών εκδοτικών οίκων. Τον τόνο δίνουν οι ατέρμονες βυζαντινολογίες, τα σχόλια επί σχολίων που συσσωρεύονται σαν ανεστραμμένες πυραμίδες."

"Ο ειδικός αντιμετωπίζει τον μη ειδικό 'πανεπιστήμονα' ή τον 'πολυμαθή' με μιαν εκδικητική περιφρόνηση. Η αυθεντία του ειδικού και η τεχνική του κατάρτιση –έστω και επί ενός εκατοστομέτρου γνωστικού εδάφους– μπορεί να επιδεικνύουν μιαν αυτοπεποίθηση και μιαν άμωμη μετριοφροσύνη, την οποία απογορεύεται να επιδείξει ο συγκριτολόγος, εκείνος που (αδέξια ή με ένα αποφασιστικό άλμα) πηδάει τους φράκτες μεταξύ των διαφορετικών πεδίων."

"Στις κλασσικές ή φιλολογικές σπουδές, στους τομείς του ενορατικού λόγου, οι επιτροπές, οι επιστημονικοί διάλογοι και το κύκλωμα των συνεδρίων αποτελούν πληγές. Τίποτα δεν είναι πιο γελοίο από τον κατάλογο των ονομάτων ακαδημαϊκών συναδέλφων και χορηγών, οι οποίοι κατονομάζονται με ευγνωμοσύνη στο τέλος κάποιων ασήμαντων αναφορών."

"Δεν υπάρχουν 'θεωρίες λογοτεχνίας' ούτε 'θεωρία της κριτικής'. Αυτού του είδους οι ταμπέλες αποτελούν αλαζονική μπλόφα ή δάνειο, διαφανέστατο, από τις ζηλευτές τύχες και την λαμπρή πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Είναι εντελώς βέβαιο ότι δεν υπάρχουν –αν μας επιτρέπουν οι σύγχρονοι μαιτρ των βυζαντινισμών– 'θεωρίες της μετάφρασης'."





ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑ ΜΕΤΩΠΟΝ επίθεση του Στάινερ εναντίον του "μανδαρινισμού", όπως τον αποκαλεί, δεν αποτελεί ευτυχώς μεμονωμένο φαινόμενο. Σε όλο το φάσμα των ουμανιστικών σπουδών, αλλά και της δημιουργικής γραφής, από την ποίηση και τη φιλολογία ώς τον ιστορικό και φιλοσοφικό στοχασμό, από τον Φρανκ Καρμόουντ ώς τον Παναγιώτη Κονδύλη και από τον Οκτάβιο Πας ώς τον Φίλιπ Ροθ, ο μοιραίος ρόλος του πανεπιστημίου στον κατακερματισμό και τον εκγραφειοκρατισμό της σκέψης και της τέχνης, η μετατροπή του σε εργοστάσιο μαζικής παραγωγής Fachidioten, ήτοι "εξειδικευμένων βλακών", καταγγέλλεται από όλο και περισσότερες πλευρές, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο έντονα. Το ότι η κατάσταση αυτή συμβαδίζει οργανικά με τον θεωρητικό πληθωρισμό είναι εξώφθαλμο. Η υποσχετική απλοϊκότητα, η διαφημιστική ρητορεία, η τακτική ανακαίνιση του περιτυλίγματος είναι απαραίτητα προσόντα για κάθε καταναλωτικό αγαθό – και τα προϊόντα της μαζικής εκπαίδευσης δεν αποτελούν εξαίρεση. Ειδικά στις επιστήμες του ανθρώπου, η διάδοση της ακατάσχετης θεωρητικολογίας έχει τόση σχέση με την πραγματική έρευνα, όση έχουν τα φροντιστήρια με την εγκύκλιο παιδεία.

Τα τελευταία χρόνια, η υπερδιόγκωση της σημασίας της θεωρίας τείνει μάλιστα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η θεωρία ταυτίζεται με τη σκέψη εν γένει. Έτσι διαβάζουμε αναδρομικώς για την μεταφραστική θεωρία του Κικέρωνα, του Λούθηρου, του Αμυό. Αναζητούμε και ενίοτε ανακαλύπτουμε μια μεταφραστική θεωρία στο έργο του Σεφέρη ή του Ελύτη. Τώρα, ο εύπιστος αναγνώστης που έχει διδαχθεί από τα σχετικά εγχειρίδια ότι μεταφραστική θεωρία ίσον δυσνόητα σχήματα, στρυφνοί ορισμοί και μαθηματικοφανή διαγράμματα, και αναζητεί κάτι παρόμοιο στα γραπτά των μεταφραστών αυτών, πείθεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Και συχνά –πολύ συχνά– όταν δεν βρίσκει ούτε ψιχία έστω αφηρημένων διανοημάτων, αποφαίνεται συγκαταβατικά ότι ο κρινόμενος μεταφραστής είναι εμπειριστής, ιμπρεσσιονιστής, ασυστημάτιστος – περίπου αστόχαστος και τυχαίος. Η δηκτική παρατήρηση του Στάινερ ότι σε ορισμένους κλάδους της σύγχρονης λογοτεχνικής κριτικής υπάρχει "μια συγκεκαλυμμένη απέχθεια για τη λογοτεχνία", απέχθεια που προκύπτει από την απροθυμία της δεύτερης να στριμωχτεί στα απλουστευτικά ερμηνευτικά σχήματα της πρώτης, ισχύει ασφαλώς και για τις σχέσεις της μεταφραστικής θεωρίας προς την μετάφραση.

Η ταύτιση μεταφραστικής θεωρίας και μεταφραστικής σκέψης είναι καιρός να πάψει. Πρέπει επιτέλους να διευκρινίσουμε με κάθε δυνατή έμφαση ότι η μεταφραστική θεωρία αποτελεί τμήμα μόνο της δραστηριότητας που καλούμε μεταφραστική σκέψη. Και μάλιστα, επιτρέψτε μου να προτρέξω, το λιγότερο σημαντικό τμήμα της. Μεταφραστική σκέψη υπάρχει παντού όπου υπάρχουν μεταφράσεις και μεταφραστές. Όσο σημαντικότερο είναι ένα μετάφρασμα, τόσο σημαντικότερη είναι και η σκέψη που το υποβαστάζει. Βεβαίως, η σκέψη αυτή παραμένει αφανής, ενσωματωμένη δηλαδή στο μετάφρασμα και αναπόσπαστη από εκείνο. Ωστόσο είναι ανά πάσα στιγμή παρούσα, όσο η μουσική σκέψη που διαπνέει τη σύνθεση ή η ποιητική σκέψη που διέπει τον στίχο. Παρά τον εμπειρικό χαρακτήρα της, αυτή η μεταφραστική σκέψη, όπως άλλωστε και κάθε εφαρμοσμένη σκέψη, μπορεί κάλλιστα να είναι σκέψη απολύτως συστηματική – ουδέποτε όμως και σχηματική, όπως εξ ανάγκης είναι, και πρέπει να είναι, κάθε μεταφραστική θεωρία.

Σε αντίθεση με τον θεωρητικό της μετάφρασης, που έχει την πολυτέλεια να επιλέγει το υλικό του, ο μεταφραστής, μιλάω εδώ για τον επαγγελματία μεταφραστή, δεν έχει τέτοιο προνόμιο. Αν ο πρώτος μπορεί να σηκώσει τα χέρια ψηλά εμπρός στο ανυπότακτο πλήθος των προβλημάτων, ο μεταφραστής καλείται να αναμετρηθεί με αυτά. Ο θεωρητικός έχει πάντα την πολυτέλεια της υπεκφυγής, όμως αρνησιδικία στη μετάφραση δεν υπάρχει. Ακόμη και όταν ο μεταφραστής σπρώχνει κάτω από το χαλί την αιτία του πονοκεφάλου του, αποσιωπώντας φερ' ειπείν το επίδικο χωρίο, ακόμη και τότε επιλέγει, ακόμη και τότε εκτίθεται. Ακόμη και όταν δεν κατανοεί ή δεν γίνεται να κατανοήσει πλήρως το πρωτότυπο, καλείται να το μεταφράσει ωσάν να το είχε κατορθώσει. Οι στίχοι του Φρήντριχ Ρύκερτ μένουν για να μας θυμίζουν πόσο σκανδαλώδες μπορεί να είναι το αυτονόητο:

 Τούτο γυρεύει της μετάφρασης η τέχνη η υψηλή:
 ορθά να μεταφράσει όσα ορθά να εννοήσει δεν μπορεί.





Η ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ της σημασίας της μεταφραστικής θεωρίας, την οποία εδώ σας προτείνω, δεν αφορά αποκλειστικά, θέλω να το τονίσω, τα πονήματα των κατ' επάγγελμα θεωρητικών. Αλλά και τα κείμενα μεταφραστικής ποιητικής των ίδιων των μεταφραστών. Εκ των υστέρων, όταν ο αναγνώστης καταπιάνεται με τα κείμενα αυτά, του δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η ολοκληρωμένη εργασία, η μετάφραση, έχει προκύψει φυσικά και αναγκαία από τις θέσεις που έτυχε να διαβάσει. Πρόκειται ασφαλώς για τυπική παρεξήγηση. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Το έργο γεννά τους κανόνες, και όχι οι κανόνες το έργο. Κάθε Ποιητική, και από τον κανόνα δεν ξεφεύγει εκείνη του μεταφρασμένου λόγου, έχει υστερογενή και γι' αυτό δευτερεύοντα ρόλο. Όταν δεν συνιστά απολογία προθέσεων, απλώς ερμηνεύει ένα ήδη κατορθωμένο έργο. Στην καλύτερη περίπτωση, η ποιητική συνιστά τη δημόσια όψη της αυτοκατανόησης του δημιουργού της. Στην χειρότερη περίπτωση, δεν είναι παρά μια ιδεολογία ιδιωτικής χρήσεως.

Το κρίσιμο προτέρημα των σπουδαίων μεταφραστών που σχολιάζουν την εργασία τους είναι ότι δεν ενδίδουν στις σειρήνες του θεωρητικού αισθητισμού. Ο μεταφραστής που εξηγεί ή περιγράφει το έργο του ομιλεί χάριν εκείνου, ουδέποτε ερήμην του. Το πρωτείο της πράξης είναι γι' αυτόν αυτονόητο, η θεωρία δεν αντιπροσωπεύει στα μάτια του παρά ένα πρόσφορο μέσο στην προσπάθειά του να εκθέσει τις προθέσεις του στο κοινό ή στους συναδέλφους του. Ο πρακτικός προσανατολισμός αυτών των κειμένων φαίνεται πρώτα απ' όλα στην εκφραστική αμεσότητα και το καίριο της διατύπωσης που συνήθως τα διακρίνει. Αλλά και στην αυξημένη ευρετική γονιμότητά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ιστορικά σημαντικότεροι θεωρητικοί αναλογισμοί πάνω στο φαινόμενο της μετάφρασης προέρχονται ακριβώς από μεταφραστές.

Αν δεν μπορούμε να μιλάμε για ισοτιμία στις σχέσεις μεταξύ μεταφραστικής θεωρίας και πράξης, μπορούμε ασφαλώς να κάνουμε λόγο για συμβίωση. Αυτή η συμβίωση μπορεί ενίοτε να αποδειχθεί επωφελής και για την ίδια την μετάφραση. Λέω "και για την ίδια την μετάφραση", επειδή δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι οι θεωρητικοί της μετάφρασης όταν εργάζονται έχουν κατά νουν τις ανάγκες των μεταφραστών – ή ότι οφείλουν να τις έχουν. Κατά κανόνα συμβαίνει το αντίθετο. Έτσι το μέγιστο τμήμα της ακαδημαϊκής μεταφρασεολογίας, οσοδήποτε ενδιαφέρον και αν παρουσιάζει για τον γλωσσολόγο ή τον αναλυτικό φιλόσοφο, είναι για τον μεταφραστή αμελητέας αξίας. Ευτυχώς, μέσα στον ασύλληπτο όγκο της τρέχουσας παραγωγής δεν λείπουν και τα θεωρητικά κείμενα που περιέχουν διεισδυτικές, ενίοτε και συναρπαστικές παρατηρήσεις, με μέγιστο γνωστικό ενδιαφέρον και για τους μεταφραστές. Το κορυφαίο παράδειγμα ανάμεσά τους είναι ασφαλώς το έργο του ίδιου του Στάινερ. Ο μεταφραστής που θα διατρέξει με τη δέουσα προσοχή τις δώδεκα σελίδες λ.χ. που ο συγγραφέας αφιερώνει στην ανάλυση του μονολόγου του Πόσθουμου, από τη δεύτερη πράξη του σαιξπηρικού "Κυμβελίνου", ακόμη και αν είναι ο ίδιος βαθύς γνώστης του ελισαβετιανού θεάτρου, έχει πολλά να ωφεληθεί από τον πλούτο, την οξυδέρκεια και την ευαισθησία των επισημάνσεων του μελετητή.

Κατά δεύτερο αλλά όχι ήσσονα λόγο, οι θεωρίες διευκολύνουν την κριτική αποτίμηση μιας μετάφρασης. Ακόμη και όταν οι θεωρητικοί τονίζουν τον ουδέτερο, περιγραφικό χαρακτήρα των απόψεών τους, αυτές δεν παύουν να έχουν και μια διάσταση αξιολογική και δεοντολογική. Το ερμηνευτικό τετράπτυχο της μεταφραστικής πράξης φερ' ειπείν, που και πάλι ο Στάινερ μας εκθέτει στο "Μετά την Βαβέλ", τετράπτυχο "ιδιοφυές και εύλογο", όπως ευλόγως το αποκαλεί ο Μπερλής, δεν μας δίνει απλώς μια εικόνα του τι πράγματι κάνει ο μεταφραστής μεταφράζοντας –τέτοιες εικόνες θα μπορούσαμε να πορισθούμε και άλλες–, αλλά κυρίως του τι θα όφειλε να κάνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το λεξιλόγιο του Στάινερ (εμπιστοσύνη, αμοιβαιότητα, ανταλλαγή, εξίσωση, πιστότητα, αποκατάσταση) είναι αντλημένο σχεδόν εξ ολοκλήρου από το πεδίο της ηθικής. Με την έννοια αυτή, η σκέψη του, περισσότερο από θεωρία ή έστω αφήγηση μιας διαδικασίας, όπως την θέλει ο ίδιος, μας προτείνει μια συνοπτική αλλά πλήρη μεταφραστική ηθική. Θα προσέθετα μάλιστα ότι πρόκειται για την καλύτερη ηθική της μετάφρασης που διαθέτουμε.

Από πρακτικής πλευράς τώρα, οι κανόνες αυτού του είδους μας είναι απαραίτητοι αν δεν θέλουμε να μας παρασύρει ο οίστρος των ακαταλάγιαστων εντυπώσεων κάθε φορά που αξιολογούμε ένα μετάφρασμα. Εικάζοντας τι όφειλε να είχε κάνει ο μεταφραστής, μπορούμε να κρίνουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια τι εν τέλει κατόρθωσε. Επιπλέον, οι δεοντολογίες έχουν παιδαγωγική λειτουργία. Η ύπαρξή τους καθιστά τη μεταφραστική τέχνη κατ' αρχήν διδακτή, άρα μεταδόσιμη και προσιτή σε όσους ενδιαφέρονται να την σπουδάσουν ή να την ασκήσουν. Και με τις δύο αυτές έννοιες, οι κανόνες, είτε έχουν ως αφετηρία τους την εμπειρική τριβή είτε την αναλυτική παρατήρηση, υποβοηθούν τους μεταφραστές, αφού και τη λεπταισθησία της κρίσης τους γυμνάζουν, και τη δικαιότερη αποτίμηση του έργου τους επιτρέπουν.

Ωστόσο αυτή είναι μόνο η μία όψη του θέματος που μας απασχολεί, αφού υπάρχει, ως είθισται στις συμβιώσεις, και μια δεύτερη, σκοτεινότερη πλευρά. Γιατί αν και η επιρροή των κανόνων είναι συχνά ευεργετική, όχι λίγες φορές η ανεξέταστη καταφυγή στην αυθεντία τους δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ' όσα καλείται να θεραπεύσει. Αυτό συμβαίνει όταν τα αξιώματα και τα πορίσματα των θεωρητικών ζητήσεων λαμβάνονται στην κυριολεξία τους. Όταν δηλαδή ο μεταφραστής (ή ο κριτικός του) δεν βλέπει σ' αυτά μια γενική και, μοιραία, ατελή απόπειρα προσανατολισμού μέσα στο χάος των προσφερόμενων επιλογών, αλλά τον μίτο της Αριάδνης που του υπόσχεται εκ προοιμίου την έξοδο από τους λαβυρίνθους της πράξης. Ο μεταφραστικός προβληματισμός εκφυλίζεται τότε σε μεταφραστικό εφησυχασμό ή αποστεώνεται σε βολική ιδεολογία. Οι ζηλωτές, πάλι, αυτής της τελευταίας παύουν να αναρωτιούνται αν οι θεωρητικές τους γνώσεις είναι σύμμετρες προς τις ανάγκες του έργου που κλήθηκαν να υπηρετήσουν, και κάνουν ακριβώς το αντίστροφο. Προσπαθούν δηλαδή να τις επιβεβαιώσουν διά της βίας πάνω στην πλάτη του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα της δουλειάς τους.

Όμως υπάρχει κι ένας δεύτερος κίνδυνος από τη θεωρία και τις μεθόδους της, έμμεσος αυτός και ανησυχαστικότερος, αφού έχει να κάνει με την ίδια τη συμβατότητα αναλυτικής σκέψης και μεταφραστικής πράξης. Διότι ο ψυχολογικός μηχανισμός μιας δημιουργικής εργασίας, όπως είναι η μετάφραση, στηρίζεται σε μια δυναμική ισορροπία συνειδητών και ασύνειδων επιλογών, η οποία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα ευπαθής. Όπως όλοι οι συγγραφείς, οι μεταφραστές εργάζονται πάνω στη βάση ορισμένων αυτοματισμών. Πολλές από τις επιλογές τους –υφολογικές, λεξιλογικές, συντακτικές, γραμματικές ακόμη– συνιστούν στην ουσία "προεπιλογές", ή για να χρησιμοποιήσω τον όρο με τη θετική έννοια που του προσδίδει ο Γκάνταμερ, "προκαταλήψεις". Πρόκειται για προτιμήσεις, πεποιθήσεις, εμμονές τόσο βαθιά ριζωμένες στον ιδιαίτερο κόσμο του μεταφραστή, τόσο πολύ ζυμωμένες με την πείρα και την ιδιαίτερη γλώσσα του, ώστε από ένα σημείο και μετά να εκφεύγουν από τη δικαιοδοσία του συνειδητού ελέγχου.

Πεποίθησή μου είναι ότι οι εμμονές αυτές δεν μπορούν να διαταραχθούν σε μεγάλο βαθμό, δίχως να διαταραχθεί και η ποιότητα της εργασίας του μεταφραστή. Η υπέρμετρη εμπιστοσύνη στα μέτρα και τα σταθμά της θεωρητικής ανάλυσης, η υπερβολική επίγνωση του μηχανισμού της δημιουργικής εργασίας, οι αξιώσεις του συνειδητού ελέγχου μπορεί να παρεμποδίσουν ή και αναστείλουν τη δημιουργικότητα ενός μεταφραστή, ιδίως μάλιστα όταν η ιδιοσυγκρασία του δεν ρέπει προς την αφαιρετική κατανόηση της εργασίας του. Το τελικό εξαγόμενο είναι μια γενική ακαμψία, μια εκφραστική ανασφάλεια, ένας άγευστος εγκεφαλισμός, ανάλογος μ' αυτόν που συναντούμε τόσες φορές στην κακή λογοτεχνία.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η σημασία της θεωρητικής προπαιδείας των μεταφραστών δεν πρέπει να υπερτιμάται. Μιλώντας κάπως σχηματικά –δηλαδή θεωρητικά–, θα έλεγα ότι όταν το κείμενο είναι ευμετάφραστο, η σημασία της θεωρίας είναι έτσι κι αλλιώς περιορισμένη. Όταν πάλι είναι δυσμετάφραστο, είναι ακόμη μικρότερη. Γιατί ακριβώς τα δυσμετάφραστα έργα δεν πειθαρχούν στα προκατασκευασμένα θεωρητικά σχήματα. Η ιδιοτυπία τους αξιώνει εξ αρχής ιδιαίτερη μεταχείριση. Τα σπουδαία μεταφράσματα όλων των εποχών δίνουν την εντύπωση ότι δεν ακολουθούν σταθερά κριτήρια, ότι τηρούν τους δικούς τους ad hoc κανόνες. Κι αυτό επειδή μόνο η εμπειρική προσέγγιση είναι αρκούντως ευέλικτη για να αντιμετωπίσει τις άκρως διαφορισμένες ανάγκες της πράξης. Ιδίως για τον μεταφραστή που μεταφράζει διαφορετικούς συγγραφείς, από διαφορετικά είδη και διαφορετικές εποχές, η καιροσκοπία, ο οππορτουνισμός, συγχωρήστε μου τη λέξη, η ικανότητά του δηλαδή να μεταμορφώνεται πρωτεϊκά, να χαμαιλεοντίζει αναλόγως του κειμενικού περιβάλλοντος στο οποίο καλείται να κινηθεί, δεν είναι αμάρτημα, είναι ευλογία.

Γνωστός πιανίστας, όταν ρωτήθηκε για τη σχέση των μουσικών με τους μουσικολόγους, απάντησε ότι οι πρώτοι ενδιαφέρονται για τους δεύτερους όσο τα ορνίθια για την ορνιθολογία. Πρόκειται ασφαλώς για υπερβολή. Οι δεσμοί μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι υπόθεση αρκούντως πολύπλοκη όπως είδαμε, ώστε να χωρέσουν έτσι εύκολα σ' έναν θυμόσοφο αφορισμό. Τα λεγόμενα όμως του Κώστα Βάρναλη ισχύουν και εδώ στο ακέραιο: "το αποτέλεσμα δικάζει, ενώ η θεωρία δεν προδικάζει". Και, πάντως, ούτε μας παρηγορεί στις αποτυχίες μας, ούτε μας επευφημεί στα κατορθώματά μας.


Ομιλία που εκφωνήθηκε την 30η Σεπτεμβρίου 2004 στο Θέατρο Χυτήριο με την ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Τζωρτζ Στάινερ "Μετά τη Βαβέλ" (μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, επιμ. Άρης Μπερλής, Scripta, Αθήνα 2004).


Πρώτη δημοσίευση:
περ. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, τχ. 126, Οκτώβριος 2004

Στο παρόν κείμενο αναχωνεύεται παλαιότερη δική μου επιφυλλίδα, βλ.:
εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή, 4 Μαρτίου 2001

[ 31. 7. 2006 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης