Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Σχετικισμός, ακρισία, ψευδοπλουραλισμός


ΜΑΚΡΙΝΗ ΑΠΟΦΥΑΔΑ ενός παμπάλαιου δόγματος, ότι όλα είναι σχετικά και άρα κατ' αρχήν εξίσου σημαντικά ή ασήμαντα, η αντίληψη που διακηρύσσει ότι δεν έχουμε τρόπο αντικειμενικό για να σταθμίσουμε την αξία ενός λογοτεχνικού έργου, είναι σήμερα αν όχι η απολύτως κυρίαρχη, πάντως η ευρύτερα αποδεκτή. Η γνώμη αυτή, η από μόνη της τόσο κοινότοπη, θα έπρεπε βέβαια να μας είναι στην πράξη αδιάφορη, αφού σε τελευταία ανάλυση δεν αφορά παρά την καθαρή θεωρία. Και τούτο επειδή κάθε κριτική ερείδεται πάντοτε σε μια υποκειμενική απόφαση, που όσο και να μετέρχεται θεωρητικά σχήματα, δεν μπορεί ποτέ να αναχθεί εξ ολοκλήρου σ' αυτά. Αυτή η υποκειμενική απόφαση, που οι απώτατες υπαρξιακές καταβολές της παραμένουν δυσεξιχνίαστες, ψυχολογικά πολώνεται πάντοτε ανάμεσα σε δύο μόνο ακρόσημα: την παραδοχή και την αποδοκιμασία. Ακόμη και η ταλάντευση, η αμηχανία, η τόσο συχνή αβουλία του αναγνώστη απέναντι στο κείμενο, από ψυχολογικής πλευράς δεν δηλώνει παρά την (παροδική και πρόσκαιρη ίσως) απογοήτευση ή δυσαρέστησή του, και κατά τούτο συνιστά από μέρους του πράξη αποδοκιμασίας. 'Αλλο τώρα, αν για λόγους πολιτικούς, φροντίζει να κρύβει διπλωματικά το πρόσωπό της πίσω από τη βολική μάσκα της επιφύλαξης.

Μια τέτοιαν υποκειμενική απόφαση προβάλλει προς τα έξω και ο κριτικός κάθε φορά που μας κοινοποιεί τις απόψεις του. Φυσικά, για να μπορέσει να τις καταστήσει κατανοητές και συνεπώς μεταδόσιμες, οφείλει πρώτα να τις εκλογικεύσει, τουτέστιν να τις μεταφράσει στη γλώσσα των συλλογικών παραστάσεων. Ωστόσο, η εκλογίκευση και η μετάφραση αυτή μόνο δευτερευόντως έχει να κάνει με τη σχολαστική τήρηση των κανόνων της τεκμηρίωσης, και ας καταφεύγει αναπόφευκτα σ' αυτούς. Στον στοιχειακό της πυρήνα, η κριτική πράξη παραμένει πάντοτε εξωτερίκευση μιας βεβαιότητας, ομολογία μιας πίστης. Μάλιστα, όσο περισσότερο στέρεη και αδιαπραγμάτευτη είναι η πίστη και η βεβαιότητα αυτή, τόσο περισσότερο πείθει και επηρεάζει. Μ' όλο το αναμφίλεκτο γνωστικό της περιεχόμενο, η κριτική παραμένει πάντοτε η τέχνη της πειθούς. Έτσι, μεταξύ δύο αντιτιθέμενων κριτικών θέσεων εφάμιλλης επιχειρηματολογικής επάρκειας, πειστικότερη και δραστικότερη αποδεικνύεται πάντα εκείνη που προβάλλεται πιο έντονα, πιο εμφαντικά και πιο απόλυτα. Ο Λα Ροσφουκώ το γνώριζε καλά και τα μεγάλα κριτικά κείμενα όλων των εποχών το αποδεικνύουν εξακολουθητικά: το πάθος είναι που πείθει, όχι το επιχείρημα.

Με την έννοια αυτή, κριτική και σχετικισμός είναι πράγματα αλληλοαποκλειόμενα. Τον σχετικισμό, όταν δεν επιδιώκουμε να πλήξουμε τον αντίπαλο, υπονομεύοντας καίρια την πίστη του, τον επιστρατεύουμε μόνο σε αμπελοφιλοσοφικές συζητήσεις, σε ζητήματα επομένως που κατά βάθος μάς αφήνουν αδιάφορους. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν ο σχετικισμός αρχίζει να χάνει αυτή την πολεμική ή θεωρητική του διάσταση και εσωτερικεύεται. Τότε ο κριτικός, αντί να παραδεχθεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι κριτικές του θέσεις υπαγορεύονται από συγκεκριμένες (ήδη προθεωρητικές, συχνά και προσυνειδητές) προτιμήσεις και επιθυμίες, αρχίζει να αμφιβάλλει για το ίδιο το δικαίωμά του να έχει τέτοιες. Τη θέση του πραγματικού διϋποκειμενικού πλουραλισμού, της συνεχούς διαπάλης μεταξύ διαφορετικών κριτικών αντιλήψεων και στάσεων, παίρνει τότε ένας ενδοϋποκειμενικός ψευδοπλουραλισμός, με αποτέλεσμα στα κείμενα του ίδιου και του αυτού κριτικού να συγχέονται και να συμπαρελαύνουν στάσεις και αντιλήψεις αλληλοαιρούμενες.

Οι επιπτώσεις αυτού του εσωτερικευμένου σχετικισμού ταυτίζονται με τα συμπτώματα κάθε κακής κριτικογραφίας. Η υποχώρηση της δηλωτικής έμφασης, τα μασημένα λόγια, η εκφραστική αφροντιστία συνοδεύονται συχνά, ιδίως μεταξύ των κριτικογραφούντων που κινούνται στον "κλειστό περίβολο των πανεπιστημίων" (Οκτάβιο Πας), από την ολίσθηση προς την εργαλειακή γλώσσα, την ερμητική μικρολογία και τον κακόζηλο επιστημονισμό. Αλλού, στα τεμένη της ελαφράς δημοσιογραφίας και του φασόν των κατά παραγγελίαν βιβλιοπαρουσιάσεων, ο σχετικισμός αποτυπώνεται στην επί ίσοις όροις προβολή και την δωρεάν υμνολόγηση των πάντων. Συχνά, αυτού του είδους η ισοπέδωση εξωραΐζεται ως άσκηση μετριοπάθειας, ως επίδειξη μιας οψίμως αποκτημένης αυτογνωσίας, ως πολιτική "χαμηλών τόνων". Στην πραγματικότητα ένα μόνο παράγει: την απαξίωση τόσο της κριτικής όσο και της λογοτεχνίας.

Σε ένα τελευταίο στάδιο, ο εσωτερικευμένος σχετικισμός οδηγεί στην αυτολογοκρισία, που ισοδυναμεί με την πλήρη ακρισία. Ο κριτικός, υποβασταζόμενος από τη ρητή ή σιωπηρή πεποίθηση ότι και η ίδια η απόπειρα της αξιολόγησης είναι περιττή και σε τελευταίο βαθμό ύποπτη, αφού έρχεται σε αντίθεση με το ύπατο χρέος της ανοχής, αντί να μετέχει ενεργητικά στη διαμόρφωση του κοινού γούστου, επιδίδεται στην παθητική αναπαραγωγή του. Έτσι όμως η φαινομενική του ουδετερότητα καταλήγει άκρα μεροληψία. Όπου κάθε προτεινόμενο κριτήριο θεωρείται εξ ορισμού ύποπτο ή ανυπόληπτο, το πρόβλημα της ιεράρχησης, που δεν χάνει βέβαια τη ζωτική σημασία του επειδή έτσι το θέλησε ο θεωρητικός μας εξισωτισμός, λύεται αυτομάτως άλλως πως. Στον χώρο των ειδών μαζικής κατανάλωσης, λ.χ., από τους χρυσούς νόμους της αγοράς. Όπου δε το προϊόν δεν είναι πρώτης ανάγκης, όπως στην περίπτωση των ποιητικών έργων, από τον δημοκρατικό κανόνα της πλειοψηφίας, έστω και επί των παρόντων. «Σημαντικό», «αξιόλογο», «μείζον» είναι ό,τι οι περισσότεροι κρίνουν ως τέτοιο, αποφαίνεται αυτός ο κανόνας. Πολιτικά, ασφαλώς, έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, για την λογοτεχνική κριτική η τόση δημοκρατία, το διαπιστώνουμε καθημερινά, δεν συνεπάγεται στην πράξη παρά την εθελούσια αυτοκατάργηση: μια κυριολεκτική αυτοχειρία.


Πρώτη δημοσίευση:
εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 16. 5. 2004


[ 31. 7. 2006 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης