Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Συνηγορία του κριτικού υποκειμενισμού


Βγάλ' το απ' τη μέση το σκυλί!
Είν' απ' αυτούς που γράφουν κριτική!


ΓΚΑΙΤΕ


ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ: η κριτικογραφία με κάνει να πλήττω. Αν και ουδέποτε έπαψα να έχω ανάγκη τα φώτα της, τις περισσότερες φορές απ' όσες επικαλέστηκα την αρωγή της, μ' άφησε να προχωρώ στα σκοτεινά. Εκεί που της ζητώ μια ευθεία και εξ ορισμού ανεγγύητη σύσταση, εκείνη εννοεί να κρύβεται, σαν δεύτερη ηρακλείτεια φύση, πίσω από τόσα διφορούμενα, περιστροφές και επιφυλάξεις, ώστε στο τέλος να γίνεται αχρείαστη. Αλλά και όπου αυτό δεν συμβαίνει, εκεί δηλαδή όπου οι κρίνοντες και βλέμμα οξύ και έμπεδο γνώση διαθέτουν, φροντίζουν συχνά να κοινοποιούν τις απόψεις τους σε ένα ύφος τόσο αποστασιοποιημένο και αμέτοχο, ένα επιστημονίζον jargon τόσο άνευρο, που αν δεν καταπτοεί, πάντως αποθαρρύνει και τον πιο φιλόπονο αναγνώστη. Έχω λοιπόν λόγους να τους είμαι μνησίκακος.

Με υπαίτια καθυστέρηση, σπεύδω να διευκρινίσω: μιλάω εδώ για τη λογοτεχνική κριτική, και δη την τρέχουσα. Κι αυτό, γιατί ακόμη και σε μετριότατα δείγματα γραφής παλαιότερων εκπροσώπων του είδους συναντώ μια διαφορά τόνου και, κυρίως, μια αμεσότητα γλώσσας που με πείθει ότι η ποικίλη τέχνη των στοχαστικών υπεκφυγών ή της άχαρης σχολαστικότητας δεν είχε φτάσει τον βαθμό τελειότητας που γνωρίζουμε στις μέρες μας. Και αλλού, σε άλλες τέχνες ή σε άλλες χώρες, διαπιστώνω ότι αυτή η παράδοση της ελευθερόστομης κριτικής μακροημερεύει αδιάπτωτα.

Ας μη με παρεξηγήσει ο αναγνώστης. Δεν νοσταλγώ την πλάστιγγα του αριστοφανικού Διονύσου που ήταν σε θέση να ζυγίζει αλάνθαστα τα ποιητικά μεγέθη και να κρίνει εκ του ασφαλούς ποια τα συμπαγή και ποια τα κούφια. Ούτε θα ήμουν ευτυχής αν το περιεχόμενο της εκάστοτε βιβλιοκρισίας συνοψιζόταν σε αστερίσκους, σαν κι αυτούς που σημαδεύουν στερεότυπα τις κινηματογραφικές παραγωγές στις στήλες των θεαμάτων. Όμως κουράστηκα να περιπλανιέμαι μέσα σε δάση ερμητικών διαλογισμών, σχoινοτενών αναλύσεων και βαθύνοων θεωρημάτων ώσπου να ανακαλύψω αν στον κριτικό μας άρεσε ή δεν άρεσε εντέλει το βιβλίο που κρίνει.

Για τους λόγους αυτούς, και εν γνώσει των συνεπειών, θέλω εδώ να συνηγορήσω υπέρ των δικαιωμάτων του υποκειμενισμού. Ήτοι υπέρ ενός κριτικού λόγου πρωτοπρόσωπου, ευθύγλωσσου και στρατευμένου, που αδιαφορεί επιδεικτικά για τα αντικειμενικοφανή προσχήματα. Που δεν πολυνοιάζεται μήπως τον πουν απόλυτο ή και υπερβολικό, γιατί γνωρίζει ότι η έμφαση δεν είναι διακοσμητικό αλλά συστατικό στοιχείο κάθε αξιολογικής κρίσης, αν θέλει να την παίρνουν στα σοβαρά. Που δεν τρομάζει να παραδεχθεί ότι η πολεμική, ο σαρκασμός, η χολερικότητα ακόμη, είναι πράγματα συγγνωστά, ενίοτε και επιβεβλημένα, όπως άλλωστε οι ιδανικευτικοί τόνοι ή ο λυρικός ενθουσιασμός. Όχι όμως αυτή η λιπόσαρκη "αντικειμενικότητα", αυτή η στωική αταραξία που ισοδυναμεί με αρνησιδικία.

Όσο για τους συγγραφείς, δεν βλέπω τι έχουν να φοβούνται. Ο εκδημοκρατισμός του γούστου και η χειραφέτηση του κοινού έχουν τόσο απισχνάνει το όποιο κύρος των ειδημόνων, ώστε να μη μας απειλούν όργια κριτικής αυθαιρεσίας σαν αυτά που περιγράφει ο Μπαλζάκ στις "Χαμένες Ψευδαισθήσεις". 'Αλλωστε, η σύγχρονη αγοραγνωσία διδάσκει ότι από έναν μισοειπωμένο έπαινο, ακόμη και ο κακόβουλος λίβελος πρέπει να θεωρείται προτιμητέος: bad publicity is also publicity. Ακόμη και η επιθετική μεροληψία, η προκλητική μονομέρεια, θέλει αν μη τι άλλο νεύρο και λεπτότητα ώστε να είναι ερεθιστική, και παρουσιάζει αναντίρρητο γνωστικό ενδιαφέρον. Τι θα ήταν λ.χ. η γερμανική κριτική του εικοστού αιώνα δίχως εκείνη τη σειρά των μοχθηρών προβοκατόρων από τον 'Αλφρεντ Κερρ ίσαμε τον Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι;

Είτε μας αρέσει είτε όχι, κάθε αξιολογική πράξη είναι από τη φύση της μεροληπτική. Εκ των πραγμάτων, η συνείδησή μας δεν προσλαμβάνει τίποτε ως σημαντικό ή άξιο λόγου, αν δεν ενδιαφερόμαστε εκ προοιμίου ζωτικά γι' αυτό. Αξιολογώ σημαίνει δυο πράγματα: επιλέγω αυτό που μου κάνει επειδή εξυπηρετεί τις ανάγκες μου, και αποκλείω όλα τα υπόλοιπα που μου φαίνονται αχρείαστα. Τα λεγόμενα κριτήρια, όσα εκ των υστέρων επικαλούμαστε για τις επιλογές μας, δεν είναι παρά προβολές και εκλογικεύσεις τέτοιων πρωτογενών αναγκών. Όσο περισσότερο μελετημένα και επεξεργασμένα είναι, τόσο επιτυχέστερα φωτίζουν και εικονογραφούν τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες του κριτικού. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να τις υποκαταστήσουν.

Αν τώρα ένας κριτικός δεν έχει τέτοιες επιθυμίες ή, πράγμα που είναι το ίδιο, δεν γνωρίζει να τις προβάλλει και να τις υπερασπίζει με το απαιτούμενο πάθος, αν μάλιστα σεμνύνεται ότι τις ξεπέρασε, τότε ματαίως κουράζεται και αδίκως μας ταλαιπωρεί. Όσο και να διυλίζει τον κώνωπα, όσο και να ερμηνεύει και να εξηγεί, τα εγκώμια του θα μένουν αζήτητα, οι ψόγοι του ανώδυνοι, οι επιφυλάξεις του ανούσιες. Και καθώς δεν θα πείθει κανέναν ότι ενδιαφέρεται για κάτι ιδιαίτερα, οι αναγνώστες του θα έχουν όλο το δικαίωμα να πιστέψουν ότι αδιαφορεί για τα πάντα.

Με την έννοια αυτή, η κριτική αποστασιοποίηση δεν είναι σημείο νηφαλιότητας και "δικαιοσύνης" αλλά συνώνυμο της απάθειας και της ακηδίας. Από μόνοι τους ο κακόζηλος επιστημονισμός ή η εκφραστική αφροντιστία αρκούν για να καταποντίσουν στην ανυποληψία και τα πιο εμπεριστατωμένα επιχειρήματα. Ο κριτικός που δεν είναι σε θέση να μεταδώσει στον αναγνώστη κλάσμα έστω από τον δικό του ενθουσιασμό ή την αγανάκτηση, να τον συναρπάσει ή να τον εξοργίσει, να τον τέρψει ή να τον προβληματίσει, όσο καλός εμπειρογνώμονας κι αν θεωρηθεί, είναι ακατάλληλος για κριτικός. Μπροστά του, ακόμη και η πιο αστοιχείωτη εντυπωσιθηρία είναι προτιμότερη, καθώς εκείνη τουλάχιστον εκπληρώνει το πρώτο καθήκον της έναντι του αναγνώστη: του παρέχει προσανατολισμό - κι ας είναι και προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που υπολόγιζε.

Πού να οφείλεται άραγε αυτή η ατμόσφαιρα της φυγοκρισίας που μας περιζώνει; Φταίνε οι στενοί ορίζοντες της αθηναϊκής επαρχίας μας που δεν σηκώνουν την πολλή παρρησία; Ο σκεπτικισμός του συρμού που θεωρεί την κατηγορηματική απόφανση ανεπίτρεπτο τόλμημα; Η υπερφαλάγγιση των κατ' επάγγελμα κριτικών από τους ευκαιριακούς σημειωματογράφους; Ο κόρος της υπερπαραγωγής που διασπείρει τη σύγχυση;

Όλες αυτές οι εικασίες ασφαλώς έχουν βάση. Έχω όμως την υποψία ότι το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται αλλού. Σε αντίθεση με συναδέλφους τους άλλων τεχνών, οι κριτικοί μας της λογοτεχνίας μού φαίνονται πεπεισμένοι ότι το είδος που διακονούν παραείναι βεβαρημένο από τα κλέη του παρελθόντος. Από λεπτότητα όμως δεν μας το λένε. Κι όπως συμβαίνει με τις γερασμένες καλλονές, που όλοι εξακολουθούν να μιλούν γι' αυτές, αλλά κανείς δεν σφάζεται πια στην ποδιά τους, έτσι κι εκείνοι ασχολούνται με το αντικείμενό τους από κεκτημένη και μόνο ταχύτητα. Σαν τους φιλάνθρωπους γιατρούς που έχουν τελεσίδικα αποφασίσει ότι η πάθηση του ασθενούς είναι ανίατη, αλλά για λόγους χάριτος αποφεύγουν να του το ομολογήσουν, έτσι κι αυτοί κατά βάθος πιστεύουν ότι τα βιβλία που κρίνουν ούτε δικαιολογούν ούτε δικαιούνται προσδοκίες. Εξ ου και τα αφ' υψηλού διανοήματα, το ξέπνοο ύφος, τα ήξεις-αφήξεις.

Άραγε, να είχε αυτό στο νου του ο Γιώργος Σεφέρης όταν έγραφε πως προτιμά μια στάλα αίμα, από ένα ποτήρι μελάνι; Στο μεταξύ, σκέφτομαι, οι θεράποντες των άλλων τεχνών πρέπει να λογίζονται ευτυχείς. Εκείνοι τουλάχιστον είναι ακόμη σε θέση να προκαλούν έρωτες και μίση.


Πρώτη δημοσίευση:
εφ. H ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή, 2. 12. 2001


[ 24. 7. 2006 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης