Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Τα είδωλα του ρομαντισμού
Ο ΝΟΒΑΛΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ



Ι.


ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ με τον Έκκερμαν (2. 4. 1829), ο Γκαίτε εμφανίζεται εντελώς βέβαιος για την πραγματική φύση του ρομαντισμού: η ρομαντική έκφραση αντιπροσωπεύει το στοιχείο της ασθένειας. Αντίθετα, η κλασσική παραπέμπει στην υγεία.

«Τα πιο πολλά νεότερα έργα δεν είναι ρομαντικά επειδή είναι νέα, παρά επειδή είναι αδύναμα, καχεκτικά και άρρωστα, κι όσο για τα παλαιότερα, δεν είναι κλασσικά επειδή είναι αρχαιότερα, αλλά επειδή είναι ισχυρά, δροσερά, φαιδρά και υγιή.»

Ο απαξιωτικός για τους ρομαντικούς αυτός ορισμός φαίνεται να υποχωρεί κάπως σ` ένα άλλο χωρίο των Συνομιλιών όπου ο Γκαίτε αποφαίνεται καλόβολα με αφορμή την διαμάχη ρομαντικών και κλασικιστών ότι ο καυγάς είναι άνευ αντικειμένου: κάθε καλό έργο αξίζει εξ ορισμού τον τίτλο του κλασσικού. Έτσι όμως ο διαφορισμός υποχωρεί πλήρως. Η ποιότητα γίνεται το μόνο αξιόπιστο μέτρο για να διαπιστωθεί ποια και πόση αξία έχει ένα λογοτεχνικό πόνημα. Τη βεβαιωμένη πλέον ποιότητα επιβραβεύει ο έπαινος του κλασσικού - πράγμα που με τη σειρά του καταδικάζει τον επίδικο όρο του ρομαντισμού σε αχρησ(τ)ία.

Αν όμως η επιστράτευση της παθολογίας για τη διαστολή του ρομαντισμού από τον κλασσικισμό είναι τυπική για μια μερίδα της κριτικής των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα, παρά την ρητή προτροπή του Γκαίτε, τα ιατρικά κριτήρια δεν μπόρεσαν να μας επιδαψιλεύσουν έως σήμερα κάποιον γνώμονα για την απάντηση στο επίμονο ερώτημα τί ήταν ο ρομαντισμός. Το ερώτημα απασχόλησε και απασχολεί πολλούς και διάφορους και οι προτεινόμενες απαντήσεις, αν και χωρίς (πάντοτε..) την συνδρομή της παθολογίας, κάθε άλλο παρά στερούνται ευρηματικότητας. Η ποικιλία και η αντιφατικότητα των διαφόρων ορισμών του ρομαντισμού συνιστά από μόνη της ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο της λογοτεχνικής κριτικής αλλά και της ιστορίας των ιδεών.

Ήδη ο ίδιος ο Γκαίτε δεν αποφεύγει τον πειρασμό μιας άλλης (εναλλακτικής;) απάντησης στο εν λόγω ερώτημα. Μιλώντας πάντα στον Έκκερμαν (21. 3. 1830) φτάνει στο σημείο να διεκδικήσει την πατρότητα της διάκρισης. Το κλασσικό γίνεται εδώ ταυτόσημο με την αντικειμενικότητα της λογοτεχνικής έκφρασης, ενώ το ρομαντικό με την υποκειμενική έμπνευση του δημιουργού. Το σιλλερικό δοκίμιο Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως υπήρξε η, κατά Γκαίτε, θεωρητική μήτρα της μετέπειτα διάκρισης του συρμού. Στη βάση αυτής της διάκρισης και στο έργο του ίδιου, όπως παραδέχεται ο τελευταίος, κάθε άλλο παρά απουσιάζουν τα ρομαντικά στοιχεία. Αυτής της άποψης άλλωστε ήταν και οι περισσότεροι από τους αλλοδαπούς συγκαιρινούς του Γκαίτε και του Σίλλερ στην Γαλλία ή στην Αγγλία, που έβλεπαν στο έργο των τελευταίων όχι απλώς την προαναγγελία ή την προϊδέαση αλλά την πραγμάτωση του ρομαντικού καλλιτεχνικού ιδεώδους. Οι ίδιοι αγνοούσαν ή δεν έδιναν ιδιαίτερη προσοχή σ` εκείνον τον κύκλο των συγγραφέων, τους οποίους φιλολογία και κριτική στην Γερμανία επιμένουν να ονομάζουν (πρώιμους) ρομαντικούς (επιφυλάσσοντας τον επίζηλο τίτλο του κλασσικού μόνο στους βαϊμαρινούς Διοσκούρους): τον λεγόμενο κύκλο της Ιένας, επιφανές μέλος της οποίας υπήρξε ο κατά κόσμον Γεώργιος Φίλιππος Φρειδερίκος von Hardenberg (1772-1801), γνωστότερος ως Νοβάλις.



ΙΙ.


ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ των Ύμνων στη Νύχτα συνοψίζεται με τρόπο, θα έλεγε κανείς, παραδειγματικό όλη η μυθολογία του ευρωπαικού ρομαντισμού. Πράγματι, αν η βιογραφία του δημιουργού ταυτιστεί με το έργο, η ίδια η αισθητική πρόσληψη του τελευταίου δεν μπορεί παρά να γίνει βιογραφική. Οι σκοτεινές πλευρές της ρομαντικής ποιητικής, αυτή η εμμονή στα στοιχεία που ο κλασσικισμός άφηνε ανέγγιχτα, παρουσιάζονται πλέον όχι ως αναγνωστικά παρεπόμενα αλλά ως βιογραφημένη αισθητική. Ο ρομαντικός μύθος και τα σύμβολά του συμβαδίζουν με τον ρομαντικό βίο του ποιητή: η νύχτα, ο θάνατος, η αρρώστια, ο μυστικισμός, η θρησκευτικότητα, είναι λέξεις κλειδιά που οφείλουν να απαντώνται ένθεν κακείθεν της διαχωριστικής γραμμής που οι κλασσικιστές τραβούσαν μεταξύ δημιουργήματος και δημιουργού. Όταν όμως η διάκριση βίου και έργου δεν μπορεί να ανατρέξει πια στην ετερογένειά τους, η διαχωριστική γραμμή καταπίπτει: ο πρώτος οφείλει να διαφωτίζει το δεύτερο, και αυτό με την σειρά του πρέπει να μαρτυρεί για τον πρώτο.

Ένα βιογραφικό σημείωμα για τον Νοβάλις κατά τους εξηγητές της κρατούσας τάσης πρέπει συνεπώς, και μάλιστα εξ υπαρχής, να είναι σε θέση να ανασυγκροτεί αυτόν τον ζωτικό δεσμό βίου και έργου, να υποδηλώνει την στοιχειακή τους ενότητα, να προβάλλει την ομόρροπη τους εκδίπλωση. Ένα τέτοιο σημείωμα δεν μπορεί παρά να σταθεί λ.χ. στην καταγωγή του ήρωά μας από οικογένεια αριστοκρατική και θρησκευόμενη για να διαπιστώσει κατόπιν εκ του ασφαλούς τις πιετιστικές του τάσεις ή την συντηρητική του κοσμοθεώρηση. Δεν μπορεί παρά να επισημάνει την συμβολική του επιλεγμένου ψευδωνύμου (Νοvalis, αυτός που εισέρχεται σε χέρσα, αγεώργητη γη) για να της προσδώσει μετά χαρακτήρα προφητικό και συνάμα προγραμματικό απέναντι στο έργο. Είναι αναμενόμενο να ταυτίζει αναδρομικά την προσωπικότητα του Friedrich von Hardenberg με εκείνην που τα γραφόμενα του συγγραφέα Νοβάλις υπαινίσσονται και υποβάλλουν. Είναι φυσικό να τονίζει τις τραυματικές καταστάσεις που σημάδεψαν την ζωή του (την ασθένεια και τον θάνατο της μνηστής του Σοφίας φον Κουν και, την ίδια χρονιά, του αγαπημένου του αδελφού Εράσμου, την φυματίωση που τελικά του στέρησε την ζωή πριν συμπληρώσει καν τα 29) για να αναδείξει τα ίχνη που άφησαν στην θεματική και την ρητορική οικονομία των γραπτών του. Είναι εύλογο να προστρέχει στο περιβάλλον του νεαρού ποιητή και στους ανθρώπους που συναναστράφηκε ή έστω συνάντησε (από τον Σίλλερ και τον Γκαίτε ως τους αδελφούς Σλέγκελ και τον Τηκ, τον Φίχτε και τον Χαίλντερλιν) για να τον τοποθετήσει στο στερέωμα της εποχής, και κυρίως στον κύκλο της Ιένας και το πρώιμο ρομαντικό κίνημα. Και προπαντός, δεν γίνεται αλλιώς παρά να καταφεύγει στα ίδια τα κείμενα, τα δικά του και των άλλων, που έχουν άμεσο (αυτο)βιογραφικό περιεχόμενο για να συμπληρώσει την εικονογράφηση. Λ.χ. στην επιστολή του Φρήντριχ Σλέγκελ προς τον αδελφό του Αύγουστο Βίλχελμ που αναπαριστά πολύ ζωντανά την πρώτη του συνάντησή με τον Νοβάλις.

«Η μοίρα έστειλε στα χέρια μου έναν νεαρό άντρα», γράφει για τον εικοσάχρονο φοιτητή ο συνομήλικός του Σλέγκελ, «για τον οποίο όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές.» Κι ακολουθεί η περιγραφή:

«Είναι ακόμη πολύ νεαρός, με λεπτό κι όμορφο παράστημα, ωραίο πρόσωπο με μαύρα μάτια, με μια εξαίσια έκφραση όταν μιλάει με φλόγα για κάτι –απερίγραπτα μεγάλη φλόγα– μιλάει τρεις φορές πιο πολύ και πιο γρήγορα απ' όλους εμάς (...) κατ' αυτόν δεν υπάρχει τίποτα το κακό στον κόσμο, όλα τείνουν ξανά προς την χρυσή εποχή. Ποτέ δεν είδα έτσι την ιλαρότητα της νιότης».

Σ' αυτή τη γλαφυρή βιογραφική παράδοση, που συνοδεύει κριτικούς και αναγνώστες εδώ και σχεδόν δύο αιώνες από τον θάνατο του Νοβάλις το 1801, οι σχολιαστές των τελευταίων δεκαετιών κυρίως, είναι αλήθεια, επέφεραν κάποια ρήγματα. Στην εικόνα του νεαρού υψιπέτη ποιητή αντιπαρατέθηκε, λ.χ, εκείνη του φιλόδοξου ορυκτολόγου που φρόντιζε την επαγγελματική καριέρα του όσο και τα λογοτεχνικά του κείμενα. Η νοσταλγία για τον συγγραφέα που υπηρετεί το καλλιτεχνικό του πεπρωμένο ξεθύμανε εμπρός στην νηφάλια διαπίστωση ότι για τον ήρωά μας η λογοτεχνία ήταν ένα απλώς από τα ενδιαφέροντά του (δίπλα στην φιλοσοφία, την θρησκεία, την επιστήμη, την πολιτική, κ.ο.κ. με τις οποίες επίσης ασχολήθηκε) και κατά κανένα τρόπο αποστολή ζωής. Ακόμα και το ίδιο το όνομα με την μεγαλοπρεπή συμβολική του, τονίσθηκε, δεν ήταν παρά ευκαιριακή επιλογή ενός παλαιού οικογενειακού προσωνυμίου χωρίς ειδική σημασία, το οποίο ατυχώς επικράτησε ερήμην, ίσως, της επιθυμίας του ποιητή. Ο μύθος του χριστιανού υμνωδού μετριάστηκε από την επιμελέστερη εξέταση των πανθεϊστικών και συγκρητιστικών τάσεων, από τις οποίες βρίθουν κείμενα όπως οι Ύμνοι. Η αδιαφόριστη κατάταξή του στην χορεία των συντηρητικών απολογητών του anciene régime και των αντιπάλων της Γαλλικής Επανάστασης τέθηκε εν αμφιβόλω καθώς επιστήθηκε η προσοχή στην ανακρίβεια μιας τέτοιας ανάγνωσης των πολιτικών του γραπτών. Διότι στην πραγματικότητα ο Νοβάλις ανήκε μαζί με το σύνολο σχεδόν των ρομαντικών ανά την Ευρώπη σ` εκείνους που έβλεπαν και αναγνώριζαν την ιστορική αναγκαιότητα της επανάστασης του 1789 ως εναύσματος για μια «ανώτερη εποχή του πολιτισμού». Ακόμη και η περιγραφή της ιδεατής μοναρχίας που επιχειρεί στο δοκίμιο Χριστιανισμός ή Ευρώπη πόρρω απέχει από το ευαγγέλιο των αντεπαναστατών. Πρόκειται πολύ περισσότερο για μια ποιητική ουτοπία με σαφέστατες εξισωτικές και χειραφετητικές προδιαγραφές. Ρήσεις όπως «όλοι οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να γίνουν βασιλείς» δείχνουν πόσο κοντά στάθηκε στις αναζητήσεις της εποχής.

Αλλά και ο ίδιος ο πυρήνας της παλιάς βιογραφικής θεώρησης δεν έμεινε άθικτος – ο μύθος της νεκρής αγαπημένης. Ο δεσμός του με την δεκατετράχρονη Σοφία και ο αδόκητος θάνατός της που τον ώθησε να γράψει τους Ύμνους – ακόμη και αυτός σχετικεύθηκε. Δυο-τρία χρόνια μετά την μοιραία απώλεια, ο Φρήντριχ, μας πληροφορούν, ετοιμαζόταν να συνάψει νέο αρραβώνα.



ΙΙΙ.


ΣΤΟΥΣ ΥΜΝΟΥΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ το έργο του Hardenberg φτάνει στην (πρώιμη και εξ ανάγκης οριστική) κορύφωσή του. Παρά τα σχόλια και τις ερμηνείες δύο αιώνων οι έξι αυτοί Ύμνοι μένουν έως σήμερα κείμενο δύσβατο ακόμα και για τους ασκημένους γερμανιστές. Δεν είναι μόνη η ποικιλία των μυθικών και θρησκευτικών μοτίβων που καθιστούν αίφνης την ανάγνωση αμφίβολη. Είναι η ίδια η οργάνωση του κειμένου, η συνειρμική του ροή και, όχι τελευταία, η νεωτερικότητά του. Ήδη ο Τόμας Μαν είχε παρατηρήσει ότι στον Νοβάλις ο ρομαντισμός υποδηλώνει, με κάθε ακρίβεια σχεδόν, τον μοντερνισμό με την σημερινή έννοια του όρου. Μια τεχνική περιγραφή των Ύμνων καταδεικνύει ευχερώς αυτήν την όψη της ρομαντικής πρωτοπορίας.

Έτσι στην πρώτη τους γραφή, που μας παραδόθηκε χειρόγραφη, ο Νοβάλις χρησιμοποιεί έναν ελευθερωμένο στίχο, δακτυλικού ενίοτε ρυθμού, ο οποίος σε πάμπολες περιπτώσεις μόνο ως ελέυθερος στίχος μπορεί να περιγραφεί - κι αυτό σε ένα κείμενο γραμμένο το 1799. Στην πρώτη τους δημοσίευση στο περιοδικό των ρομαντικών της Ιένας Αthenaeum, οι Ύμνοι εμφανίζονται σε πιο επεξεργασμένη μορφή, όπου την θέση του έως πρότινος στιχουργημένου κειμένου καταλαμβάνει πλέον μια ρυθμική πρόζα. Οι πεζογραμμένοι Ύμνοι, πάντως, δεν έχουν ενιαίο τόνο. Ενώ οι τέσσερεις πρώτοι δίνουν την εντύπωση ενός καταλογάδην συντεταγμένου ποιήματος, ο πέμπτος υιοθετεί μια μορφή αφηγηματικότητας και παρατακτικού λόγου που παραπέμπει σε βιβλικά κείμενα. Η θεματική του ύμνου αυτού δικαιολογεί αυτή την υφολογική απόκλιση, αφού πρόκειται για την έκθεση μιας μεθιστορικής γενεαλογίας με πυρήνα το μοτίβο του Θανάτου, η οποία οδηγεί από τον αρχαιοελληνικό παγανισμό και την χριστιανική σωτηριολογία σε μιας μορφής συγκρητιστική σύνθεση με ουτοπικές διαστάσεις. Τόσο το χειρόγραφο, όμως, όσο και η εκδοχή του Athenaeum ποικίλλονται με αποσπάσματα έμμετρου λόγου. Τέλος, ο έκτος ύμνος είναι εξ ολοκλήρου γραμμένος σε εξάστιχες στροφές και έχει τόνο χριστιανικό τέτοιο που κατά την άποψη της πλειονότητας των σχολιαστών δύσκολα συγκεράζεται με την πανθεϊστική οπτική των προηγούμενων πέντε.

Ο τόνος του πεζόμορφου και του έμμετρου μέρους δεν είναι κοινός. Ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει εύκολα την εκφραστική δυσαναλογία της παρορμητικής πρόζας και του, κάπως στεγνού, έμμετρου τμήματος. Ο συνδυασμός διαφορετικών ειδών, πάντως, στο εσωτερικό του ίδιου κειμένου δεν είναι εύρημα του Νοβάλις αλλά μάλλον κοινό κτήμα όλης της εποχής στη στροφή του 18ου αιώνα. Στους ρομαντικούς η μείξη των ειδών απόκτησε ιδιαίτερη επικαιρότητα καθώς συνοδευόταν με το αίτημα της ανάπτυξης του μυθιστορήματος ως του κατεξοχήν πρόσφορου είδους για να συνενώσει όλους τους έως τότε πατροπαράδοτους τρόπους όπως η αφήγηση και η λυρική ποίηση. Το μυθιστόρημα (Roman) ήταν, άλλωστε, εκείνο που έδωσε στο όλο κίνημα την ονομασία του και σ` ένα πασίγνωστο απόσπασμα ο Νοβάλις γράφει: «Ο κόσμος πρέπει να εκμυθιστορηθεί (romantisiert werden).» Ωστόσο στους Ύμνους το αφηγηματικό στοιχείο έχει σε σύγκριση με το λυρικό καταφανώς υποδεέστερο ρόλο.

Η διάρρηξη της μορφής, η σύμμειξη των ειδών, η προοιώνιση του ελεύθερου στίχου: νά μερικές από τις ρηξικέλευθες καινοτομίες που οι Ύμνοι στη Νύχτα κόμισαν στην ποιητική έκφραση. Όμως οι αναγνωστικές απορίες γεννιούνται συνήθως όχι τόσο από τους νεωτερισμούς της τεχνικής, όσο λόγω του ερμητικού περιεχομένου του έργου. Έτσι, ενώ το κείμενο ξεκινά ως αποκάλυψη της Νύχτας προς τον ποιητή, καταλήγει ως θρησκευτικός ψαλμός. Ενδιαμέσως, η μετάβαση γίνεται μέσω της ταύτισης της νεκρής Αγαπημένης με τον νεκρό Χριστό, ενώ η Νύχτα ως κοιτίδα και μήτρα των πάντων παίρνει τις συμβολικές διαστάσεις της Παναγίας. Στην συνέχεια η νεκρή αγαπημένη δίνει το έναυσμα για μια ποιητική πραγμάτευση του Θανάτου ως άφευκτης μοίρας, την οποία μόνο η χριστιανική σωτηριολογία μπορεί να υπερβεί. Ο Θάνατος υποτάσσεται και μαζί του και η καθημερινή αγωνία εμπρός στην φθορά και την απώλεια των αγαπημένων προσώπων. Όμως το χριστιανικό όραμα της Δευτέρας Παρουσίας δεν εμφανίζεται στους Ύμνους ακραιφνές αλλά επίμεικτο με τους προχριστιανικούς μύθους που απαντούν στον Ησίοδο και στην ελληνική μυθολογία. Κατά διαλεκτικό τρόπο που θυμίζει πολύ τα τελευταία ποιήματα του Χαίλντερλιν (και σε αντίθεση με τον πεσσιμισμό του Σίλλερ που στο ποίημά του «Οι Θεοί της Ελλάδος» θρηνούσε την υποχώρηση του αρχαίου πολιτισμού εμπρός στη χριστιανική πλημμυρίδα) η ιστορική γενεαλογία του Νοβάλις είναι αισιόδοξη και συνδυαστική. Αρχαιότητα και Μεσαίωνας συνενώνονται σε μια νέα σύνθεση.

Υπό τον φόρτο όλου αυτού του ετερόμορφου υλικού είναι ήδη αξιοθαύμαστο κατόρθωμα το ότι το κείμενο δεν παθαίνει ποιητική συμφόρηση. Ό,τι το συγκρατεί, είναι ακριβώς αυτός ο πηγαίος του ρυθμικός λυρισμός που ιδίως η εποχή μας, η εθισμένη σε αναγνωστικούς γρίφους, υποδέχεται ενθουσιωδώς, για να προσπεράσει ακολούθως τα τυφλά σημεία που δεν κατανοεί πλήρως με μια δόση καλόγνωμης συγκαταβατικότητας. Όλος ο νοβαλικός μοντερνισμός βρίσκεται εδώ: στη φαντασία και την ευπλασία ρυθμών και θεμάτων.



ΙV.


ΟΙ ΑΜΦΙΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ και η πολυσημία των όρων κάθε άλλο παρά προνόμιο της εκπνοής του 18ου αιώνα και των απαρχών του 19ου αποτελούν. Αν αναζητήσει κανείς στα κείμενα της εποχής μας μια καθολικά παραδεκτή ή, έστω, ανεκτή θεώρηση του αισθητικού και πνευματικού φαινομένου του ρομαντισμού θα ατυχήσει – κατά τον ίδιο τρόπο που ο αναγνώστης των αφορισμών του Γκαίτε δεν θα μπορέσει να διακριβώσει μια ενιαία στάση απέναντι στους ρομαντικούς. Κατά παράδοξο αλλά άκρως διδακτικό τρόπο οι αντιφάσεις του τελευταίου φαίνεται να έχουν πλέον διαχυθεί προς πάσα κατεύθυνση και να επιβιώνουν πάντα, υπό άλλη, εννοείται, μορφή. Στην απέχθεια του Μυστικοσυμβούλου της Βαϊμάρης εμπρός στην αρρώστια του ρομαντισμού φαίνεται, λ.χ., να αντιστοιχεί ιδεοτυπικά εκείνη η ιδεολογική τάση που ανακάλυψε, ιδίως μετά τον δεύτερο πόλεμο, στον ρομαντισμό την πηγή και την απαρχή των δεινών, όσα απέληξαν (αναγκαία υποτίθεται) στον εθνικοσοσιαλισμό και τις ναζιστικές θηριωδίες. Η παθολογία της γραφής μεταμφιέζεται έτσι σε παθολογία της ιστορίας.

Αλλά και αποθετικά, η εικόνα αυτή του ρομαντισμού επεβίωσε στον ενθουσιασμό όλων εκείνων των ποικιλώνυμων ρευμάτων που είδαν στην εξύμνηση της αρρώστιας, του θανάτου, της φαντασίας ή της νύχτας τον πρόδρομο των δικών τους αντικομφορμιστικών οραμάτων στις δεκαετίες του '60 και '70. Το δίπολο υγείας και αρρώστιας παρέμεινε το ίδιο, τα πρόσημα μόνο έχουν αντιστραφεί και ό,τι προηγουμένως ήταν υγιές είναι πια καταπιεστικό – η αρρώστια και η φαντασία γίνονται πλέον μέρη μιας κοσμοεικόνας που διακονεί την χειραφέτηση και λατρεύει την διαφορά. Και, για να συνεχίσουμε αυτόν τον παραλληλισμό, τί άλλο παρά επικαιρική χρήση της έννοιας του ρομαντισμού συνιστά (αδιάφορο ποια η προδιάθεση του εκάστοτε παρατηρητή απέναντί του), προσαρμοσμένη στις σύγχρονες απαιτήσεις, εκείνη η υπεριστορική και ανιστορική θεώρηση που επιμένει να συμπιέζει, υπάγοντάς το στον ρομαντισμό, κάθε νεότερο λογοτεχνικό ρεύμα ή κάποτε και το σύνολο της ποιητικής παραγωγής αιώνων υπό την εξίσωση: ποίηση ίσον ρομαντισμός ή όλη η ποίηση είναι ρομαντική. Ακόμα κι αν έστεκε ένας τέτοιος ισχυρισμός οι θιασώτες αυτής του νοηματικού πληθωρισμού μάς χρωστούν ακόμα μια πειστική απάντηση στο ερώτημα, ποιο είναι τότε άραγε το ευρετικό δυναμικό ενός τέτοιου ορολογικού συμφυρμού; Διότι αν κάθε σύναψη σε ουσιαστικό ενός επιθέτου περιορίζει την εμβέλειά του πρώτου, τότε ο όρος ρομαντικός είναι πλεοναστικός και περιττεύει.

Και ο Νοβάλις; Αν ξεκόψουμε προς στιγμήν από τις θεωρητικές διαμάχες της δικής μας εποχής και ανατρέξουμε στα πραγματικά ίχνη που η ποιητική του Hardenberg άφησε πάνω σε μια σειρά από μεταγενέστερούς του συγγραφείς, θα αντικρίσουμε την έκταση της επιρροής που το έργο (και ο βίος, πράγμα αναπόσπαστο όπως είδαμε..) αυτού του νεαρού Σάξωνα εννοεί έως σήμερα να ασκεί στους ομότεχνούς του. Ο Μπωντλαίρ και οι συμβολιστές, ο Γκέοργκ Τράκλ και ο Χέρμαν Έσσε, ο Αντρέ Ζιντ και ο Αντρέ Μπρετόν, οι υπερρεαλιστές και τα (λογοτεχνικά) παιδιά των λουλουδιών είναι μερικοί μόνο από τους δεδηλωμένους θαυμαστές του Νοβάλις. Και εγχωρίως δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί σε ονόματα της περιωπής ενός Διονυσίου Σολωμού και ενός Οδυσσέα Ελύτη.

Από την ηρωική εποχή, λοιπόν, του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας έως τα Ελεγεία της Οξώπετρας σήμερα, το γενεαλογικό δέντρο που ίδρυσε ο Νοβάλις δεν φαίνεται να έχει σταματήσει να δίνει καρπούς. Ίσως εκεί, στη γονιμότητα των κειμένων του για τους ομότεχνούς του, να πρέπει να εντοπίσουμε την ιδιαίτερη σημασία του νοβαλικού έργου. Ακόμα κι αν το ευρύ κοινό δεν είναι πάντα σε θέση να ξεδιαλύνει και να ερμηνεύσει αυτή την μυστική γοητεία του Χάρντενμπεργκ, το συμπέρασμα για τους «συγγενείς» αναγνώστες των Ύμνων μένει αναπόδραστο: η γοητεία αυτή υπάρχει και εξακολουθεί να επιδρά. Μ' αυτή την έννοια ο Νοβάλις έμεινε (και πιθανότατα θα μείνει και μελλοντικά) ένας ποιητής των ποιητών, ένας από τους νομιμοποιητικούς μύθους της αυτοκατανόησης των μεταρομαντικών δημιουργών. Ένας από τους αγίους στο λογοτεχνικό μας εικονοστάσι.


Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΠΟΙΗΣΗ, τ. 7, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1996


Βλ. ακόμη:

Νοβάλις, ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ


[ 23. 7. 2006 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης